Ιστορία / Λαογραφία

Ιστορία/Λαογραφία-History/Older everyday life

Μπορείτε να βρείτε τη συνοπτική ιστορία του Κροκυλείου από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα στο κεφάλαιο 3 του βιβλίου “Εν Κροκυλείω Δωρίδος” στην επικεφαλίδα “βιβλία”.

To read a comprehensive History of Krokylio from ancient time to present you must visit “books” and click on “Εν Κροκυλείω Δωρίδος”, chapter 3. The book is in Greek. You can find a summary of the same chapter in book number two. “Summary in English of the book  “Εν Κροκυλείω Δωρίδος”.

Περιεχόμενα/table of contents:

ΜΙΣΗ ΜΕΡΑ ΣΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ

ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΛΙΔΩΡΙΚΗ/LETTERS OF ATHANASIOS LIDORIKIS
ΑΠΟ ΤΑ ΑΡΧΕΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΓ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ/FROM THE ARCHIVES OF ST GEORGE CHURCH
ΔΙΑΡΚΕΣ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ ΓΙΑ ΤΑ 150 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ/IN COMMEMORATION OF MAKRIYIANNIS 150 YEARS AFTER HIS DEATH
ΕΠΙΚΗΔΕΙΟΣ ΚΑΙ ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ/FUNERARY ORATIONS FOR MAKRIYIANNIS
ΠΡΟΙΚΟΣΥΜΦΩΝΟ 1862/DOWRY CONTRACT 1862
ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΚΡΟΚΥΛΕΙΟ ΤΟΥ 1955/MEMORIES FROM KROKYLIO IN 1955
Ο Χ.ΚΑΛΑΒΡΟΥΖΟΣ ΑΠΑΓΓΕΛΛΕΙ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ/C. KALAVROUZOS RECITING MAKRIYIANNIS
ΕΚΛΟΓΙΚΟΣ ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΚΡΟΚΥΛΕΙΟΥ 1864/VOTING REGISTRY OF KROKYLIO 1864
Η ΑΝΤΙΔΙΚΙΑ ΤΟΥ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ ΜΕ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟ/MAKRIYIANNIS SUES THE GREEK STATE
ΚΙΤΣΟΣ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ-ΜΑΛΤΕΖΟΣ/KITSOS MAKRIYIANNIS-MALTEZOS
ΜΙΣΘΩΣΙΣ ΖΩΩΝ/CONTRACT ON ANIMALS
ΑΠΟ ΤΑ ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΘ. ΛΙΔΩΡΙΚΗ/FROM THE MEMOIRS OF ATHANASIOS LIDORIKIS
ΠΙΝΑΚΑΣ ΜΕ ΤΗ ΜΑΧΗ ΤΩΝ ΒΑΣΙΛΙΚΩΝ/PAINTING OF THE BATTLE OF VASILIKA
………………………………………………………………..

Στο τμήμα αυτό θα παρουσιάζουμε από καιρό σε καιρό ένα θέμα από τη περασμένη ζωή ή από την ιστορία που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με το Κροκύλειο.
In this section we will present, from time to time, themes of past life and history relating directly or indirectly to Krokylio.

………………………………………………………………

 

ΣΧΟΛΕΙΟ : ΜΕΣΗΜΕΡΙΑΝΗ ΔΙΑΚΟΠΗ

 

Γράφει ο Παρασκευάς Μπακαρέζος

 

«Να σκουλάσ’ η πρώτ’ κι η Δευτέρα». Το πρόσταγμα του δάσκαλου εκτελέστηκε αμέσως. Οι δυο μικρές τάξεις σχόλαγαν νωρίτερα και τα μαθητούδια είχαν ετοιμάσει τις μαρούδες κι ήταν έτοιμα σα δρομείς εκατό μέτρων. Σηκώθηκαν κι άρχισαν να βγαίνουν σιωπηλά γιατί καραδοκούσε ο δάσκαλος κι η βέργα του. Η έξοδος αυτή ήταν το τέλος της ανυπομονησίας που αυξανόταν εκθετικά λίγο πριν το πρόσταγμα. Τα άλλα παιδιά κοίταγαν τους τυχερούς και μετάνιωναν που είχαν μεγαλώσει. Μόλις οι μικροί βγήκαν χωρίστηκαν σε δυο ομάδες. Τα κορίτσια πέρασαν το γήπεδο μπροστά απ’ το σχολείο και κατέβηκαν τον κατήφορο που έβγαζε στο δρόμο. Τ’ αγόρια τράβηξαν ίσια πήδηξαν τη μάντρα με συγκρατημένους αλαλαγμούς, είπαμε ο δάσκαλος κι η βέργα του ήταν ακόμα σε απόσταση βολής. Πέρασαν μπροστά απ’ τη λότζα δίπλα στο σχολείο και ροβόλησαν στη σάρα που έβγαζε κι αυτή στο δρόμο. Η κλίση ήταν πολύ μεγάλη, κοντά στο κάθετο, κι όμως τα παιδιά, αγρίμια σωστά, κατέβαιναν με τα χέρια στις τσέπες αλαλάζοντας και χρησιμοποιώντας κυρίως τα φωνήεντα «εεεεεεεε και οοοοο». Σε πολύ λίγο χάθηκαν κι οι φωνές έπαψαν. Σε κανα τέταρτο σχόλασαν και οι υπόλοιπες τάξεις, επαναλήφθηκαν οι ίδιες σκηνές και όλοι, μαζί  κι ο δάσκαλος πήγαν στο παχνί για τάισμα.

 

Ο Βάκος έφτασε τρέχοντας στο σπίτι και πέταξε τη μαρούδα πάνω στις φουσκουβέλετζες στο κρεβάτι, δίπλα στο τζάκι. Πείναγε κι ήθελε να φτιάξει το φαΐ που του άρεσε γιατί αλλιώς είχε μόνο ψωμοτύρι. Η μάνα ήταν σπίτι αλλά είχε δουλειά, ζύμωνε. Ο Βάκος πρώτα καθάρισε πατάτες και τις έκοψε για τηγανιτές. Τις έβαλε στο νερό και κατέβηκε στην αυλή. Εκεί ήταν ποστιασμένες πουρναρόκλαρες. Πήρε μια κλάρα κι άρχισε να σπάει στην αρχή τσακνάκια και μετά μεγαλυτερούλια ξυλάκια. Τα πήρε παραμάσχαλα κι ανέβηκε στο τζάκι. Εκεί έβαλε με τέχνη πρώτα κάτι φλέσουρα και μετά τα χοντρότερα. ΄Εβαλε ένα σπίρτο και μετά τη φωτιά. Πήρε το τηγάνι, έβαλε λάδι, με οικονομία γιατί το χωριό ήταν ορεινό, το λάδι ακριβό και τα παιδιά είχαν μάθει από μικρά να το χειρίζονται  με οικονομία. Μόλις το λάδι άρχισε να καπνίζει πέταξε μέσα τις πατάτες υγρές ακόμα απ’ το νερό πράγμα που προκάλεσε σχεδόν έκρηξη. Τις ανακάτωσε γρήγορα και αραίωσε λίγο τη φωτιά για να κατεβάσει τη θερμοκρασία. Η μάνα άκουσε το θόρυβο, σταμάτησε το ζύμωμα κι έριξε μια ματιά ελέγχοντας τα τεκταινόμενα.

 

Μόλις τηγανίστηκαν οι πατάτες ο Βάκος τις άδειασε στο πιάτο. Σύμπηξε τη φωτιά να κάψει πάλι το λάδι και μόλις η θερμοκρασία ανέβηκε έριξε μέσα μια κουταλιά τοματοπελτέ, που τσιτσίριξε πάλι δυνατά κι άρχισε να τον ανακατεύει για να τσιγαριστεί. Μετά έριξε νερό και τις τηγανισμένες πατάτες και άφησε την αμβροσία να βράσει.΄Ηθελε να βάλει και λίγο πιπέρι αλλά είχε τελειώσει. Μετά πήρε μια φέτα ψωμί κι έκανε επίθεση στις τηγανητές πατάτες με σάλτσα. Μόλις τελείωσε το φαΐ εξαφανίστηκε. Υποτίθεται ότι η τρίωρη διακοπή ήταν για φαΐ και διάβασμα. Κανένα παιδί δε διάβαζε όμως ούτε κοιμόταν το μεσημέρι, έπαιρναν όλα τις στράτες.

 

Στο δρόμο που κατέβαινε στην αγορά ήταν ο Βάκος, ο Κώστας κι ο Λεωνίδας. Χαζολογούσαν κι έλεγαν διάφορα. Ο Λεωνίδας κράταγε ένα κόκαλο από ψητό και το έγλειφε. Το κρέας είχε εξαφανιστεί προ πολλού. ΄Εμενε μόνο το μεδούλι κι ο Λεωνίδας μ’ ένα ξυλάκι έκανε την απαραίτητη ανασκαφή για να βρει το θησαυρό.  «Δώσ’ κι εμένα, ρε, να γλείψω», είπε ξαφνικά ο Κώστας. Ο Λεωνίδας δεν αντέδρασε στην αρχή. Μετά του το ‘δωσε χωρίς κουβέντα. Ο Κώστας το πήρε κι άρχισε. Κρέας δεν είχε μείνει στο κόκαλο. Μάλιστα άμα κοίταζες προσεκτικά θα ‘βλεπες πάνω του αμυδρές χαρακιές από δόντια, όπως από σκυλιά. Ο Κώστας όμως δεν τα πρόσεχε αυτά. ΄Εγλειφε με ύφος ευδαιμονίας. Το κρέας ήταν σπάνια τροφή για τα σπίτια τότε.

Τα  Χριστούγεννα, το Πάσχα και ίσως και τον Δεκαπενταύγουστο. Την έλλειψη αυτή την αναπλήρωναν με πουλάκια που τα κυνήγαγαν με το λάστιχο.

 

Ο Θανάσης μόλις έφτασε στο σπίτι πέταξε τη μαρούδα στο πάτωμα. Δεν ήταν κανείς στο σπίτι. Οι γονέοι ήταν στο χωράφι. ΄Αρπαξε το ψωμοτύρι που βρήκε αλλά η όρεξη του τράβαγε μεζεδάκι. ΄Αρπαξε το λάστιχο απ’ το ράφι και λάκισε για το ρέμα. Στο δρόμο το μάτι του γαρίδα για λιθαράκια συμμετρικού σχήματος και κάπως στρογγυλεμένα κατάλληλα για βλήματα της σφεντόνας. ΄Οπου σταμπάριζε τέτοιο σταμάταγε, έσκυβε και το ‘βαζε στην τσέπη του. Όταν έφτασε στο ρέμα ήταν καλά εφοδιασμένος. Ο Θανάσης ήταν καλά εξασκημένος στο λάστιχο και καλός κυνηγός. Είχε όμως κι άλλο τρόπο να κονομάει το μεζεδάκι του. Τις σκανταλιές. ΄Ηταν μια στημένη πλάκα ορθοπλαγιαστά με ξυλάκια και με σπαρμένο σταράκι από κάτω της. Μόλις το πουλάκι ακούμπαγε σε κάποιο από τα ξυλάκια για να τσιμπήσει το σταράκι η αρμαθιά από ξυλάκια που κράταγε την πλάκα όρθια διαλυόταν κι έπεφτε πάνω του. Ένα πρόβλημα με τις σκανταλιές ήταν να μη σε πάρει χαμπάρι ο δάσκαλος. Ακόμα σοβαρότερο ήταν να περάσει κάποιος πριν από σένα και πάρει τα πουλάκια, αν είχε πιαστεί κάτι. Ο Θανάσης όμως ήταν μάστορας κι ήξερε καλά τα απομονωμένα μέρη που έστηνε τις σκανταλιές του. Πριν φτάσει στο  ρέμα έκανε έλεγχο αλλά δε βρήκε τίποτα. Ολοταχώς για το ρέμα. Εκεί ήξερε όλα τα στέκια των κοτσυφιών. Κάθησε κάμποση ώρα ακούνητος μέχρι που εμφανίστηκε ο κότσυφας για να βοσκήσει σ’ ένα κισσό από πάνω του. Φαπ! Και πάρ’ τον κάτω τον κότσυφα. Είπαμε, μαθητής καλός μπορεί να μην ήταν, καλός κυνηγός όμως αχτύπητος. Τέλος πάντων σε λίγη ώρα είχε τον κότσυφα και δυο τρία μικροπούλια. Τα βαλε στην τσέπη κι έτρεξε λίγο παραπάνω στο ρέμα, στο μύλο του μπάρμπα-Θόδωρου.

 

Ο Θανάσης όρμησε μέσα στο μύλο. Ο μπάρμπα-Θόδωρος μισοκοιμόταν σ’ ένα σκαμνί δίπλα στο τζακάκι του. Ξαφνιάστηκε λίγο, αλλά δεν είπε τίποτα. Χαμογέλασε γιατί ήξερε. « Μπάρμπα-Θόδωρε, βάζω το μεζέ, βάζεις την κλούρα». Ο μυλωνάς σηκώθηκε χωρίς κουβέντα πήρε λίγο αλεύρι απ’ το ξάι και λίγο νερό απ΄τη βαρέλα κι απάνω σ’ ένα παλιοτράπεζο άρχισε να ζυμώνει την κουλούρα. Μετά έφτιαξε χώρο στη φωτιά πήρε και δυο φύλλα από καμπρολάχανα, έβαλε μέσα την κουλούρα και την έχωσε στη ζεστή στάχτη. Σε κανένα μισάωρο η κλούρα  θα ήταν έτοιμη. Μετά μάζεψε τη φωτιά, παραδίπλα έβαλε τη ζεροστιά κι απάνω ένα τηγάνι με γουρουνίσια γλύνα. Ο Θανάσης στο μεταξύ είχε ξεπουπουλιάσει και ξεκοιλιάσει τα πουλάκια.΄Ηταν έτοιμα για τη γλύνα στο τηγάνι. Σε λίγο ο μπάρμπα-Θόδωρος κι ο Θανάσης άγλειφαν και ξεκοκάλιζαν τα πουλάκια καθισμένοι σε δυο σκαμνιά δίπλα στο τζάκι. ΄Εκοβαν και την κουλούρα σε μεγάλα κομμάτια και τα βούταγαν μέσα στη λιωμένη γλύνα στο τηγάνι που ήταν στο τζάκι δίπλα στη φωτιά. Εκεί το είχαν για ευκολία κι όχι για να μην παγώσει η γλύνα. Η ταχύτητα που έτρωγαν απόκλειε κάτι τέτοιο. Αφού τελείωσαν ο μπάρμπα-Θόδωρος έβγαλε πέντε-έξι καρύδια. Ξαφνικά μέσα στον ορυμαγδό του νερού κάτω στο ζουριό ο Θανάσης άρχισε να ανησυχεί. «Τι ώρα να ‘ναι μπάρμπα-Θόδωρε;». «Πού να ξέρω; Καλύτερα να φύγεις γιατί ‘δώ κάτω δεν αηκούηται η καμπάνα για το σχολείο». Το σύνθημα για την έναρξη του μαθήματος ήταν η μικρή καμπάνα στην πλατεία. Ο κόσμος τότε δεν είχε ρολόγια και το ρολόι στο καμπαναριό δε φαινόταν από παντού.

 

Ο Γιάννης αφού έφαγε ό,τι είχε βγήκε για μεσημεριανή επιμόρφωση. ΄Αρπαξε κι αυτός το λάστιχο κι εφοδιάστηκε με πολεμοφόδια. ΄Αρχισε να παρακολουθεί τα πουλάκια. Βρισκόταν αρκετά πάνω από την αγορά του χωριού. Παρασυρμένος όμως από το κυνήγι πλησίασε επικίνδυνα την αγορά. Καθόταν ακίνητος κάτω από το δέντρο. Μόλις το πουλάκι ερχόταν το άφηνε λίγο να ηρεμήσει κι έπαιρνε αργά-αργά θέση βολής. Το δεξί χέρι τεντωμένο κρατώντας την τσατάλα και το αριστερό τέντωνε το λάστιχο κρατώντας το πετσάκι με το λιθάρι στο πίσω μέρος. Δυστυχώς όμως κι αυτή η κίνηση γινόταν συνήθως αντιληπτή και το πουλάκι πέταγε μακριά

 

Ο Γιάννης το παρακολουθούσε και κίναγε κατά το μέρος που κάθισε πάλι το πουλί για ν’ αρχίσει ξανά η ίδια διαδικασία. Δυστυχώς όμως γι’ αυτόν δόθηκε τόσο πολύ στο κυνήγι που δεν πρόσεξε ότι πλησίασε πολύ στην αγορά και συγκεκριμένα στο κουρείο του Μελέγκα. Ο δάσκαλος είχε πάει για κούρεμα και περιμένοντας βγήκε στο μπαλκόνι. Το μάτι του πήρε αμέσως το Γιάννη την ίδια ώρα που κι ο Γιάννης κατάλαβε ότι κι ο δάσκαλος τον έβλεπε. Το αστραπιαίο σάλτο μπρούμυτα μέσα στα καμπρολάχανα δεν τον έσωσε. Η συνέχεια το απόγευμα στο σχολείο.

 

Ο Γιώργος, ο Χρήστος κι ο Κώστας περίμεναν να φύγει ο δάσκαλος. Μόλις σιγουρεύτηκαν για τα καλά πήγαν σ’ ένα σπίτι στο χωριό που είχε ψηλή φορητή σκάλα και την πήραν. Η σκάλα ήταν φτιαγμένη από δυο τέμπλες ελάτινες περίπου πέντε μέτρα με καρφωμένα ξύλινα σκαλοπάτια. ΄Ηταν ασήκωτη και γι’ αυτό έπιασαν ένας μπροστά και δύο πίσω και την έφεραν στο σχολείο. Την έστησαν στην πρόσοψη κι ανέβηκαν στα κεραμίδια. Είχαν δει μια φωλιά κι όπως ήταν τότε τα πράγματα έπρεπε να την χαλάσουν παίρνοντας τα κλωσσοπούλια έτσι χωρίς να υπάρχει κανείς άλλος λόγος. Ο Χρήστος ήταν ξαπλωμένος πάνω στα κεραμίδια και με το χέρι στο γείσο της στέγης προσπαθούσε να πιάσει τη φωλιά. Οι άλλοι δυο παρακολούθαγαν  απορροφημένοι για να δουν πόσα κλωσσοπούλια είχε η φωλιά.

 

Ήταν τόσο δοσμένοι στη δουλεία τους που δεν πρόσεξαν το δάσκαλο που γύριζε στο σχολείο. Είχε φάει για μεσημέρι κι επειδή είχε γραφική δουλειά γύρισε εκτός προγράμματος. Είδε τους μάγκες στη σκεπή και πλησίασε με προφύλαξη χωρίς να τον δουν. Μόλις έφτασε από κάτω τράβηξε λίγο τη σκάλα ώστε να μην μπορούν να κατέβουν τα παιδιά. Εκεί πάνω τον είδαν και οι εναέριοι. Και οι τρεις όρμησαν προς την άλλη πλευρά της σκεπής πατώντας πάνω στα κεραμίδια. Στη βορειοανατολική πλευρά του κτιρίου ήταν ο σχολικός κήπος πιο ψηλά από το μπροστινό προαύλιο και το ύψος ήταν μικρότερο. Ακόμα εκεί, στην άκρη, ήταν ένα πεύκο πολύ κοντά στο κτίριο αλλά δεν έφτανε μέχρι απάνω. Ο Χρήστος κι ο Κώστας ήταν μεγάλοι και πήδησαν στο πεύκο, κατέβηκαν αέρας και χάθηκαν. Ο Γιώργος ήταν πολύ μικρότερος  και δεν μπορούσε να πηδήσει. Τελικά όμως σφιγμένος από τον τρόμο του δασκάλου αφέθηκε στο κενό και τσάτρα-πάτρα κατάφερε να πατήσει γη και χάθηκε κι αυτός. Περιττό να πούμε ότι το απόγευμα κανείς τους δεν πάτησε στο σχολείο. ΄Εκαναν  ψυχολογική προετοιμασία για το ξύλο που τους περίμενε την άλλη ή την παράλλη μέρα.

 

Η Γρηγορία όταν σχόλασε έφτασε στο σπίτι. Κανείς δεν ήταν εκεί, όλοι στα χωράφια. Ούτε μπήκε μέσα,  πέταξε, τη μαρούδα στο μπαλκόνι κι έφυγε για το σπίτι της φιλενάδας της της Ντίνας. Η Γρηγορία ήταν φαγανή και προς το χοντρούλα, Η Ντίνα ήταν λιγόφαγη κι αδύνατη. Η μάνα της το ‘χε βάσανο και πάσκιζε πολύ να την ταΐσει. Όταν έφτασε εκεί η Γρηγορία η μάνα της Ντίνας προσπαθούσε να την ταΐσει χωρίς σπουδαίο αποτέλεσμα. Στην απελπισία της επάνω η μάνα σήκωσε τη φούστα της Γρηγορίας και χτυπώντας ελαφρά με την παλάμη τα πόδια της είπε με αγανάκτηση στη Ντίνα: «Φάε, μωρή, να γίνουν τα μπούτια σου σαν της Γρηγορίας». Εις μάτην όμως η Ντίνα εξακολουθούσε να μην τρώει.

 

Κόντευε τρεις η ώρα κι ο Πάνος, ο εντεταλμένος κωδωνοκρούστης της καμπάνας του σχολείου περίμενε την ώρα να βαρέσει. Την ώρα αυτή εμφανίστηκαν όμως στην πλατεία ο Τάκης κι ο Θανάσης. Ο Πάνος ήξερε ότι θα ήθελαν κι αυτοί να βαρέσουν την καμπάνα. Το πρόβλημα ήταν ότι η κωδωνοκρουσία έπρεπε να είναι συνε

 

Αν υπήρχε διακοπή θα το άκουγε ο δάσκαλος κι ο Πάνος, ως υπεύθυνος, μάλλον θα δοκίμαζε τη βέργα. Τα παιδιά το είχαν λύσει το πρόβλημα. Πριν αρχίσουν μαζεύτηκαν κι οι τρεις απάνω στο πεζουλάκι που υπήρχε κάτω απ’ την καμπάνα ώστε να φτάνουν το γλωσσίδι της καμπάνας, στριμωγμένοι ο ένας πίσω από τον άλλο. Ο Πάνος άρχισε να βαράει την καμπάνα. Ο Τάκης από πίσω με την παλάμη πέντε πόντους από το γλωσσίδι ήταν έτοιμος να το αρπάξει από το χέρι του Πάνου. Μόλις ο Πάνος το άφησε, στην οπισθοδρόμηση το γλωσσίδι βρέθηκε στα χέρια του Τάκη κι ο Πάνος πήδηξε κάτω απ’ το πεζούλι. Ο Θανάσης ήρθε ακριβώς πίσω από τον Τάκη με την παλάμη του σε θέση μάχης. Με τη μέθοδο αυτή χτύπησαν και οι τρεις την καμπάνα χωρίς διακοπή. Το μόνο πρόβλημα της μεθόδου ήταν ότι το καμπάνισμα είχε μεγάλη διάρκεια. Συνήθως ο δάσκαλος δεν έδινε σημασία. ΄Ηταν μια μικρή ελευθερία που άφηνε στους μαθητές.

 

Σε λίγο μαζεύτηκαν τα παιδιά στο σχολείο και άρχισε το απογιοματινό μάθημα.

 

……………………………………………………………………

 

ΜΙΣΗ  ΜΕΡΑ ΣΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ

 

Γράφει ο Παρασκευάς Μπακαρέζος

 

Πρωί, λίγο πριν τις οκτώ. Χαζοψιλόβρεχε κι ο Βάκος, μαθητής της πρώτης δημοτικού, ανέβαινε τον ανήφορο προς το σχολείο, στην άκρη του χωριού. Στη πλάτη του κρεμόταν σταυρωτά η υφαντή μαρούδα, μικρό σακούλι. Μέσα είχε το αλφαβητάριό του, ένα τετράδιο, το καλό, και τη πλάκα με το κοντύλι δεμένο στο ξύλινο πλαισιό της με σπάγγο. Φόραγε τα αρβύλια του, τα μοναδικά του παπούτσια για ένα χρόνο τουλάχιστον. Παντελόνι ντρίλινο μέχρι τη μέση της γάμπας και τις κλασσικές μαύρες πλεχτές κάλτσες από προβατίσιο μαλλί. Για πανωφόρι φόραγε ένα είδος κοντού σακακιού. Το είχε από τη διανομή ρούχων της αμερικανικής βοήθειας.΄Ηταν ένα περίεργο γκρι με δύο ποζ λουρίδες στον ώμο.΄Ηταν περήφανος για το ρούχο του. Το όνομα του σακακιού στα αγγλικά είναι κόουτ (coat). Στα κροκυλίωτικα ο τύπος του ρούχου αυτού είχε περάσει σαν κοτ με πολύ κοφτή προφορά. Για το Βάκο όμως που ήταν μικρός κι αυτός και το σακάκι του, ήταν «του κουτάκ’». ΄Όπως ο Βάκος περπάταγε πεταχτά, γιατί του άρεσε το σχολείο, ξαφνικά λύγισαν τα γόνατά του. Ξαφνικά θυμήθηκε ότι είχε ξεχάσει, μικρός όπως ήταν, να πάρει από το σπίτι το ξύλο για τη σόμπα. Το σχολείο ήταν ένα μεγάλο κτίσμα πολύ μακρύ και πολύ ψηλό. ΄Ηταν αδύνατο να ζεσταθεί αλλά στη μπροστινή αριστερή γωνία του ήταν μια ξυλόσομπα που ζέσταινε μόνο εκεί γύρω. Δεξιά της σόμπας ήταν η έδρα του δάσκαλου και ο πίνακας. Κάθε παιδί έφερνε κάθε μέρα από ένα ξύλο για τη σόμπα. Το κράτος την εποχή εκείνη δεν πλήρωνε για θέρμανση στα σχολεία. ΄Εβλεπες λοιπόν τα παιδιά να μαζεύονται στο σχολείο έχοντας τις μαρούδες κρεμασμένες στους ώμους τους και κρατώντας από ένα ξύλο στο χέρι σαν προϊστορικοί κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες. Αργότερα ο δάσκαλος άλλαξε το σύστημα και κάθε γονιός έφερνε στην αρχή της χρονιάς ένα φόρτωμα ξύλα στο σχολείο. Αν είχε δυο παιδι’α. δυο φορτώματα. Ο Βάκος λοιπόν άρχισε να μυξοκλαίει γιατί δεν ήξερε τι να κάνει.΄Ηταν πολύ ήσυχο παιδί. Να γυρίσει σπίτι να πάρει ξύλο, θα αργούσε, τα άλλα παιδιά θα είχαν «μπει» και δεν συνηθιζόταν να μπαίνεις στο σχολείο αργοπορημένος. Εξ άλλου θα χρειαζόταν εξηγήσεις στο δάσκαλο και ήταν πολύ μικρός και χωρίς θάρρος για τέτοια δουλεία. Κάποια άλλα παιδιά που πέρναγαν τον κορόιδευαν που έκλαιγε. Η κοινωνία στο χωριό, κοινωνία επιβίωσης, από ανάγκη ήταν πολύ σκληρή στους αδύναμους, όπως και στα ζώα. Σε λιγάκι ήρθε κι ο Γιάννης μαθητής της έκτης δημοτικού. Με τη μαρούδα του κι αυτός κι ανάλογο ντύσιμο. Μόλις είδε το Βάκο τον πλησίασε και τον ρώτησε γιατί κλαίει. Οι πατεράδες των δύο παιδιών συνεργάζονταν σε διάφορες δουλείες  κι γι’ αυτό ο Γιάννης δεν τον κορόιδεψε.΄Όταν ο μικρός μέσα σε  αναφιλητά  του εξήγησε τι συμβαίνει, ο Γιάννης του είπε «γι’ αυτό σκας». Πήγε στην άκρη του δρόμου, βούτηξε ένα παλούκι, έσπασε το μισό με μια κλωτσιά και το ‘δωσε στον Βάκο. «Να το ξύλου σ’». Ο μικρός του ‘ριξε ένα βλέμμα που είχε μέσα του όλη την ευγνωμοσύνη ενός παιδιού, δηλαδή του κόσμου όλου. Του έμεινε για όλη του τη ζωή το πόσο εύκολα λύθηκε η απελπιστική, όπως νόμιζε, κατάστασή του. ΄Ηταν μια από τις εμπειρίες που σχημάτισαν το χαρακτήρα του. Μόλις έφτασαν στο σχολείο, ο Βάκος σκουπίζοντας τα δάκρυά του κι ο Γιάννης παρηγορώντας τον, ο δάσκαλος φώναξε «σύνταξη». Τα παιδιά παρατάχτηκαν κατά τάξεις. Το προαύλιο μπροστά στο σχολείο ήταν μικρό και ίσα που χώραγε τα παιδιά. Δίπλα ήταν ένα αμπέλι που μετά ο ιδιοκτήτης του το έδωσε στο σχολείο και μεγάλωσε το προαύλιο. Με τους μαθητές παραταγμένους  ένας «μεγάλος» της έκτης είπε τσάτρα-πάτρα το «Πάτερ ημών» και άρχισε η είσοδος με πρώτη την έκτη τάξη. Μέσα στο σχολείο τα παιδιά άφησαν τις μαρούδες τους και πήραν τις κούπες τους βγαίνοντας από την άλλη πόρτα για το γάλα στο πίσω προαύλιο. Κάθε παιδί είχε την αλουμινένια κούπα του που με χαραγμένα επάνω, με τη μύτη του σουγιά, τα αρχικά του Π.Μ., Γ.Μ., Π.Σ. κ.τ.λ. Ο πατέρας της Γιώτας δεν είχε να αγοράσει αλουμινένια κούπα και βρήκε ένα άδειο κουτί από γάλα Βλάχας, πήγε στον καλαντζή, κόλλησε ένα παφιλένιο χερουλάκι κι έτοιμη η κούπα για το γάλα. Σε μια γωνιά του ήταν το πηγάδι. Στην άλλη γωνιά ήταν ένα υπόστεγο, το μαγειρείο. Κάθε μέρα μια μάνα ερχόταν να βράσει ένα καζάνι γάλα σκόνη, της αμερικανικής βοήθειας κι αυτό. Οι γυναίκες έβγαναν νερό από το πηγάδι το ανακάτευαν με τη σκόνη και το έβραζαν. Το μυστικό που δεν ήξεραν πολλές γυναίκες, δεν ήταν εξοικειωμένες με το γάλα σκόνη – προϊόν άγνωστο στο χωριό, ήταν το συνεχές ανακάτεμα μέχρι να βράσει. Αν δε γινόταν αυτό το γάλα κόλλαγε στον πάτο του καζανιού και τσίκνιζε. Αυτό είχε συμβεί και σήμερα. Ακούγονταν φωνές σιγανές γιατί ο δάσκαλος καραδοκούσε. « Το κόλλ’σε σήμερα». ΄Οσα παιδιά  μπόραγαν το ‘χυναν κρυφά γιατί όπως είπαμε ενέδρευε με τη βέργα έτοιμη. Αφού τα παιδιά άλλα ήπιαν άλλα κρυφόχυσαν το γάλα, «μετασύνταξις» και είσοδος στο σχολείο, όπου στο μεταξύ δυο μεγάλοι είχαν ανάψει τη σόμπα, και άρχισε το μάθημα . Ο δάσκαλος διέταξε «Να σηκωθεί η πρώτη να ζεσταθεί». Τα παιδιά της πρώτης σηκώθηκαν από τα μπροστινά θρανία και στήθηκαν όρθια γύρω από τη σόμπα με τα χέρια τεντωμένα προς τη φωτιά και χουχουλίζοντας γιατί έκανε κρύο. Ο δάσκαλος άρχισε να οργανώνει το μάθημα, ήταν ένας με έξι τάξεις. Εκείνη τη χρονιά δεν είχε δασκάλα για τη δεύτερη αίθουσα του σχολείου και τις μισές τάξεις. Πρώτα έστειλε δυο μεγάλους χεροδύναμους τον Χαραλάμπ’ και τον Παναγιώτη, να βγάλουν νερό απ’ το πηγάδι για το γάλα της άλλης μέρας και να πλύνουν το καζάνι. Μετά άρχισε με τη Δευτέρα  αφού έβαλε την Τρίτη και την Τετάρτη να κάνει καλλιγραφία αντιγράφοντας από το αναγνωστικό της Τετάρτης τρεις σειρές. « Ο κυρ-Πανάγος φτάνει με τον ψαρή και τον ντορή και με τ’ αλέτρι. Κρεμάει στο μεγάλο πεύκο το ταγάρι του με το μαύρο ψωμί και τη ντομάτα». Βέβαια το κείμενο γραφόταν τότε με δασείες, ψιλές, περισπωμένες, οξείες και υπογεγραμμένες. Σήμερα έχουν μείνει μόνο οι οξείες με το όνομα τόνος.; Τα παιδιά έβγαλαν τις ξύλινες πένες με το μεταλλικό «πινάκ’» και το μελανοδοχείο. Τα υλικά αυτά τα αγόραζαν από το περίπτερο. «΄Ένα πινάκ’ κι ένα πενηνταράκ’ μιλάν’». Η Πέμπτη και η ΄Εκτη πήρε εντολή να διαβάσει το παρακάτω μάθημα της Γεωγραφίας.

Τώρα αρχίζει το κανονικό μάθημα με τη Δευτέρα. Αριθμητική η προπαίδεια του 3. Ο δάσκαλος έγραψε σε μια άκρη του πίνακα το 1Χ3=3. 2Χ3=6 … 10Χ3=30. Μετά άρχισαν . Ο δάσκαλος κρατώντας τη βέργα, σαν μαέστρος όχι σαν τιμωρός αυτή τη φορά, έβαζε το ρυθμό « μία φορά το τρία ίσον τρία» και όλη η τάξη επαναλάμβανε εν χορώ «μία φορά το τρία ίσον τρία». Αυτό έγινε δύο τρεις φορές. Μετά ο δάσκαλος έσβησε τον πίνακα κι άρχισε να ρωτάει σκόρπια μαθητές στην τύχη. Ο δάσκαλος αυτός έκανε τις ερωτήσεις ονομαστικά. Παλιότερα ο δάσκαλος  είχε δώσει στους μαθητές νούμερα.΄Ελεγε λοιπόν. « Να μας το πει το Β 3». Αυτό σήμαινε το τρία της Β΄τάξης που αντιστοιχούσε σε ένα μαθητή. Συνέχισε λοιπόν ο δάσκαλος. « Για πες μας  Θανάσ’ εννιά φορές το τρία πόσο κάνει;». Μετά από κάποιες στιγμές αβεβαιότητας ο Θανάσης κατάφερε να απαντήσει: «Εικουσιφτά». Ο επόμενος όμως, ο Κώστας, δεν κατάφερε να κάνει το «τρεις εφτά» και η βέργα έπεσε στον ώμο του, όχι βάρβαρα, με ένα « αντε να χαθείς».

Το μάθημα αριθμητικής  τελείωσε και ο δάσκαλος παράγγειλε : «Να καθήσ’ η Πρώτη να σκουθεί η Δευτέρα». Οι μαθητές της Πρώτης κατέβασαν τα χέρια, με τις παλάμες  ανοιχτές σαν τον ήλιο και κάθησαν στα θρανία τους. Τα δευτεράκια περικύκλωσαν τη σόμπα κι άρχισαν να ζεσταίνονται. ΄Ηταν παράδεισος γι’ αυτά. Ούτε μάθημα έκαναν και ζεσταίνονταν κι όλας. Ο μόνος περιορισμός, δεν έπρεπε να μιλάνε. Το πιστικό όργανο σιωπής ήταν η βέργα του δασκάλου που δε δίσταζε μπροστά σε χέρια και μερικές φορές πόδια και πλάτες. Μετά ήρθε η σειρά της Πρώτης. Γραφή κι ανάγνωση: « Βγάλτε τις πλάκες και τα κουντύλια. Γράψτε την ορθογραφία». Τα παιδιά άρχισαν να γράφουν τις δύο σειρές που τους είχε ορίσει ο δάσκαλος την προηγούμενη μέρα. «Ψάρια, εδώ τα ψάρια. Θαλασσινά ψάρια».¨Επειτα ήρθε η ¨ωρα της κρίσεως. Ο δάσκαλος εξέτασε τις πλάκες και όπου έβρισκε λάθος, έριχνε και καμιά ξυλιά με τη βέργα. Μετά άρχισε η ανάγνωση: « Για πες μας εσύ Δήμητρα». Η Δήμητρα άρχισε με σπαραξικάρδια φωνή να διαβάζει σε τελείως αφύσικο μακρόσυρτο ύφος. « ΄Εχω ψα…ψάρια για … για ψη…τά, ψ’αρια για τη…τηγανιτά». Η Τρίτη και Τετάρτη είχε πάλι αριθμητική. Τον πολλαπλασιασμό. Ο δάσκαλος δίδασκε και τα παιδιά επαναλάμβαναν εν χορώ. ΄Όταν τελείωσε έκανε κι άλλους τέτοιους πολλαπλασιασμούς και εξέτασε δύο τρία παιδιά ανακατωτά. Τέλος πάντων το μάθημα τελείωσε με μείγμα μισοαπαντήσεων  και εμπλοκής της βέργας του δασκάλου. Η ώρα πέρναγε και πλησίαζε το διάλειμμα. Ο δάσκαλος βιάστηκε να εξετάσει και λίγο την Πέμπτη και ΄Εκτη στη γραμματική. Ρώτησε το Γιώργο να του πει ένα ουδέτερο ουσιαστικό σε «ο». « Του βιβλίου» απάντησε αμέσως ο Γιώργος. « Για κλίνε το τώρα». Ο Γιώργος άρχισε απνευστί : « Ονομαστική του βιβλίου, γενική του βιβλίου, δοτική του βιβλίου, αιτιατική του βιβλίου, κλητική ώ βιβλίου». Ο δάσκαλος γέλασε λίγο: «Μπράβο Γιώργου» και αμέσως μετά: « Διάλειμμα»!

Το διάλειμμα ήταν ολόκληρο ξεχωριστό κεφάλαιο. Τα μεγάλα αγόρια έπαιζαν κυνηγητό σε δυο ομάδες  με το «φτου ξελευθερία». Το παιχνίδι μερικές φορές γινόταν άγριο και παθιασμένο και επεκτεινόταν και στα χωράφια δίπλα στο σχολείο. Ο δάσκαλος παρακολουθούσε για να βάζει τα πράματα στη σειρά όταν ξέφευγαν. Τα κορίτσια κάθονταν κάτω απ’ τα δέντρα και παρίσταναν τις νοικοκυρές  τρώγοντας το κολατσιό τους, ψωμί με καρύδια, κάπως τελετουργικά σα να ήταν στο σπιτικό τραπέζι.Τα μικρότερα παιδιά πέρναγαν την ώρα του διαλείμματος με διάφορα: Μια παρέα μ΄΄ιλαγε για τη γάτα που κυνηγάει ποντίκια. Ο Σπύρος προσπάθησε να την παραστήσει: «Νιαρ-νιαρ, γρρρ». Ο Νίκος όταν ήρθε η σειρά του ξεπέρασε όλους τους άλλους σε πρωτοτυπία. ΄Εσκυψε με τη μύτη του κοντά στο έδαφος κι άρχισε να περπατάει ατσούμπαλα φωνάζοντας: «Νιοφ-νιοφ, θέλου πουντίκια». Δυστυχώς όλα τα ωραία πράγματα έχουν ένα τέλος. Ξαφνικά ακούστηκε ο διαπεραστικός ήχος της σφυρίχτρας του δασκάλου. Τα πάντα σταμάτησαν αμέσως και σε τρια λεπτά τα παιδιά ήταν σε παράταξη μπροστά στην είσοδο και άρχισαν να ξαναμπαίνουν στο κάτεργο.

Τώρα είχε μάθημα Γεωγραφίας της Ευρώπης η Πέμπτη και η ΄Εκτη. Ο Βάκος παρακολουθούσε την εξέταση. Ο δάσκαλος εκείνη την ημέρα έκανε γενικό μάθημα με ανακατωμένες ερωτήσεις: « Για πες μας Αλεξάντρα ποια είναι η πρωτεύουσα της Αλβανίας;». Η Αλεξάντρα τον κοίταζε αμίλητη. Ο δάσκαλος επέμενε: «΄Ελα μωρέ, Αλεξάντρα μη με τυραννάς». Η Αλεξάντρα δεν μπόρεσε να μπει στο νόημα. Ο Βάκος ήταν πολύ μικρός αλλά αναρωτιόταν γιατί να συμβαίνει αυτό αφού ο χάρτης ήταν δίπλα στον πίνακα κι εκεί έγραφε με μεγάλα γράμματα «Τίραννα». Πολύ αργότερα κατάλαβε τι συνέβαινε. Πολλά παιδιά δεν ήξεραν που πέφτει η Αλβανία στο χάρτη. Η πληροφορία ήταν μπροστά  στα μάτια τους αλλά η άγνοιά τους δεν τους άφηνε να την χρησιμοποιήσουν. Δυστυχώς συνέχιζε να συμβαίνει και στην ενήλικη ζωή πολλών από τα παιδιά.

Τέλος έφτασε η ευλογημένη δωδεκάτη ώρα για το τέλος του πρωινού μαθήματος. Ο δάσκαλος έδωσε το σύνθημα και όλα τα παιδιά ροβόλησαν κατά το χωριό άλλα φωνάζοντας, άλλα τρέχοντας, άλλα πιο ήρεμα. Είχαν τρεις ώρες για το απογευματινό

 

 

 

ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΛΙΔΩΡΙΚΗ
Επιστολες Λιδωρικη προς Ι. Κωλεττη, Πρωθυπουργο Ελλαδας. Απο το
αρχειο του Ι. Κωλεττη, ( Ιδρυμα Τοσιτσα)
Οι επιστολές αυτές γράφτηκαν από την Αράχωβα την εποχή του Καποδίστρια. Ο Λιδωρίκης ήταν τότε κυβερνήτης Λιβαδιάς. Την έρευνα διαδικτύου και μεταγραφή: Κωνσταντίνος Π. Σαΐτης.

Πρώτη επιστολή
Lidorikis (1)

Στην Επιστολη 1, 4 Ιουνιου 1829, ο Λιδωρικης βρισκεται στην Αραχωβα. Ο
Κωλεττης ειναι στην Αιγινα. Ο Λιδωρικης ζητα απο τον Κωλεττη να
επιταχυνθουν οι διαδικασιες και να εγκριθει το ποσο των 2.000 γροσιων
για την συλληψη των κλεπτων.Επισης, ζητα να αυξηθει ο μισθος του

Δεύτερη επιστολή

Lidorikis (2)

Στην Επιστολη 2, 12 Ιουλιου 1829, Αραχωβα. Ο Λιδωρικης ενημερωνει τον
Κωλεττη,οτι στελνει στον Κυβερνητη τον Γρηγοριο Καρβαλη, Γραμματεα του
Δικαστηριου, για να εκθεσει την κατασταση στην Ρουμελη καθως και οτι ο
κυριος του δεν δειχνει ιδιαιτερη συμπαθεια στο προσωπο του Κωλεττη

Τρίτη επιστολή

Lidorikis (3)

Στην επιστολη 3, Αραχωβα. 14 Ιουνιου 1829. Ο Λιδωρικης ειδοποιει τον
Κωλεττη, οο οποιος βρισκεται στην Αιγινα, οτι συνελληφθησαν, με την
συνδρομη του Μ.Τριανταφυλλου, 7 κλεπτες, και οτι τον παρακαλει να
εγκριθουν οι λογαριασμοι ωστε να του στειλουν χρηματα, Ως τοπος
συλληψης αναφερεται η τοποθεσια Σκαλα Σαλωνων.

Τέταρτη επιστολή

Lidorikis(4)

Στην επιστολη 4, 19 Μαιου 1845,ο Λιδωρικης βρισκεται στην Αθηνα και
ζητα απο τον Κωλεττη, να μεσολαβησει στον Eichthal, για να οικονομησει
τον γιο του Νικολακη με χρηματα.


………………………………………………………………………………………………………

 

ΑΠΟ ΤΑ ΑΡΧΕΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΤΟ ΚΡΟΚΥΛΕΙΟ ΓΥΡΩ ΣΤΟ 1940

Παρουσιάζουμε εδώ κάποια έγγραφα από την Εκκλησία μας. Η εποχή είναι από το 1939 μέχρι το 1944. Τα έγγραφα περιέχουν ενδιαφέροντα στοιχεία της εποχής. Πρώτα δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι τότε οι δαπάνες της εκκλησίας βάρυναν τους κατοίκους που πλήρωναν εισφορά. Βλέπουμε ακόμα το ύψος των μισθών του ιερέως των ψαλτών και του νεωκόρου. Βλέπουμε ακόμα, καθώς προχωρεί η Γερμανική κατοχή, τις δυσκολίες που αντικατοπτρίζονται στις διαρκείς αυξήσεις μισθών και ιεροπραξιών. Μετά βλέπουμε ένα είδος τιμαριθμικής αναπροσαρμογής μισθών και δικαιωμάτων ιεροπραξιών. Στο τέλος, επειδή το νόμισμα δεν είχε αξία, ορίζεται οι συνεισφορές των χωριανών να δίνονται σε είδος. Νομίζουμε ότι θα είναι ενδιαφέρουσα άσκηση να προσπαθήσετε να διαβάσετε το πλήρες κείμενο των χειρογράφων εγγράφων.

ekklisia01

ekklisia02

ekklisia

ekklisia04

ekklisiaΑ

ekklisia05

ekklisia06

ekklisia07

……………………………………………………………………..

ΔΙΑΡΚΕΣ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ ΓΙΑ ΤΑ 150 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ

Φέτος συμπληρώνονται 150 χρόνια από το θάνατο του Μακρυγιάννη. Σαν αφιέρωμα θα παρουσιάζουμε από καιρό σε καιρό τα κορυφαία, κατά τη γνώμη μας, “στιγμιότυπα” από τη ζωή του Μακρυγιάννη.

ΤΑΙΝΙΑ “ΑΒΟΡΙΤΙ 1797-1804″

Η ταινία αυτή αφορά τα παιδικά χρόνια του Μακρυγιάννη στο Αβορίτι Κροκυλείου. Δημιουργήθηκε με μηδενικό χρηματικό κόστος αλλά μεγάλη προσπάθεια με εθελοντική προσπάθεια όλων των συντελεστών. Μεγάλες ευχαριστίες σε όλους. Ακόμα ευχαριστίες στο Παν. Δ. Ζωγράφο για τη τεχνική βοήθεια στο “ανέβασμα” της ταινίας.

………………………………………………………….
ΤΑΙΝΙΑ ΜΙΚΡΟΥ ΜΗΚΟΥΣ ΓΙΑ ΤΑ 150 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ

Στη ταινία αυτή ακούγονται αποσπάσματα από τον επικήδειο και από τον επιτάφιο που εκφωνήθηκαν στη διάρκεια της νεκρώσιμης ακολουθίας και της ταφής του Μακρυγιάννη. Ο επικήδειος εκφωνήθηκε από τον Αναστάσιο Γούδα, γιατρό και λόγιο που είχε διωχθεί για δια του τύπου ενέργειες εναντίον του Όθωνα. Ο επιτάφιος απαγγέλθηκε από τον Οδυσσέα Ιάλεμο, δημοσιογράφο που και αυτός είχε διωχθεί για δια του τύπου αντιοθωνικές ενέργειες. Είναι δύο κείμενα γεμάτα πάθος κατά του Όθωνα, της Αμαλίας και συνεργατών τους όπως ο, κατά τον Ιάλεμο, “ταπεινός φιλόσοφος” Φίλιππος Ιωάννου καθηγητής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στενός συνεργάτης του Όθωνα και της Αμαλίας.

……………………………………………………………

Τα απομνημονεύματα του Στρατηγού Μακρυγιάννη σε απαγγελία Μάνου Κατράκη

Συνεισφορά Κωνσταντίνου Π. Σαΐτη.

…………………………………………………………

α.  Η εφημερίδα ΗΛΙΟΣ για το Μακρυγιάννη-14 Νοε 1859.

Εδώ δημοσιεύουμε ένα άρθρο από την την Αθηναϊκή εφημερίδα ΗΛΙΟΣ της 14 Νοε 1859. Είναι αναδημοσίευση από την Ζακυνθινή εφημερίδα ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΙΟΝΙΟΥ με αφορμή την επίσκεψη του Μακρυγιάννη στη Ζάκυνθο «χάριν αναψυχής και προσκυνήσεως των αυτόθι αγίων λειψάνων». Ο συντάκτης του άρθρου δεν ασχολείται καθόλου με τη δημοσιογραφική πλευρά του θέματος και γράφει ένα διθύραμβο για το Μακρυγιάννη αλλά και ένα σφοδρό κατηγορώ για τη καταδρομή του Μακρυγιάννη από τη πλευρά της κρατικής εξουσίας. Νομίζουμε ότι η επιστολή αυτή είναι σημαντική γιατί δείχνει: Πρώτον, οι καταδρομές εναντίον του Μακρυγιάννη ήταν ευρύτατα γνωστές και τότε και δεν αναφέρονται μόνο στα απομνημονεύματα που τότε έτσι κι’ αλλοιώς δεν ήταν γνωστά Ο Μακρυγιάννης όμως ήταν, όπως φαίνεται, ευρύτατα γνωστός. Έτσι αδυνατίζει το επιχείρημα των σύγχρονων κατηγόρων του ότι ο Μακρυγιάννης με τα απομνημονεύματά του υπερτονίζει τα έργα του.  Δεύτερον, ήταν πολύ γνωστός και για τη πολεμική του δράση και γενικά δεν ήταν ένας «δευτεροκλασάτος» οπλαρχηγός. Τρίτον, ήταν εξαιρετικά σεβαστός ανά τη χώρα παρόλους τους θανάσιμους (γιατί άραγε;) εχθρούς του στη κυβέρνηση.

Ο ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ ΕΝ ΖΑΚΥΝΘΩ

Ως επί του αγώνος η Ζάκυνθος ετροφοδότει το Μεσολόγγιον, επολέμει εις Λάλα, έστειλε τους παίδας αυτής εις τα στρατόπεδα του Βότσαρη και Καραϊσκάκη, εγένετο αποθήκη του του Ελληνικού δανείου και σταθμός της μετά του Γεωργίου Κάνιγγος αλληλογραφίας, ούτω και σήμερον έτι ουδόλως παύει βοηθούσα του Ελληνικού αγώνος τους άνδρας.

Ιδού τι καταχωρεί η εν Ζακύνθω εκδιδομένη εφημερίς «Φωνή του Ιονίου».

«Η Ζάκυνθος βλέπει και πάλιν τον εισέτι καταδιωκόμενον στρατηγόν Μακρυγιάννη πατούντα το έδαφός της. Δύο έτη παρήλθον αφ’  ότου τελευταίον την νήσον μας επισκέπτετο το ένδοξον τούτο απομεινάριον των ηρώων εκείνων, οίτινες δια του αίματός των έθνος και θρόνον Ελληνικόν ενώπιον του κόσμου ανύψωσαν, και τα έτη ταύτα, έτη θλίψεως και σκληρώς παρατεινομένης αγωνίας, παρήλθον αφίνοντα επί του θύματος τούτου της αδικίας βαθέως εγκεχαραγμένα της διαβασεώς των τα ίχνη. Η φυσιογνωμία, το βάδισμα, η έκφρασις του στρατηγού, αποκαλύπτουν και εις τους μη ειδότας αυτόν, τον ηρωικόν πρόμαχον της ελευθερίας του έθνους του, τον φέροντα την συναίσθησιν της ιδίας αξίας, αλλά ταυτοχρόνως εις τους προ δύο ετών εν Ζακύνθω μετά του Μακρυγιάννη συναντηθέντας, δεικνύουν ότι και αυτή η στεραιοτέρα φύσις κάμπτεται υπό το βάρος της πιέσεως.

Εκ των επτά παλαιών πληγών του στρατηγού Μακρυγιάννη τινές εσχάτως παραδόξως ηνώχθησαν. Το αίμα ρέει αχνίζον εξ αυτών. Ο Μακρυγιάννης το παρατηρεί και σεμνύνεται διότι του ενθυμίζει την άλλοτε υπέρ της πατρίδος ιεράν και αποτελεσματικήν προσφοράν του, αλλά του ενθυμίζει ταυτοχρόνως, ότι επέπρωτο εις τας εσχάτους της ζωής του ημέρας, αι πληγαί εκείναι τας οποίας η χείρ του Τούρκου επήνεγκε, να ποτίζωνται ολονέν ουχί από βάλσαμον ευγνωμοσύνης, αλλά πάλιν υπό αίματος το οποίον δι’ αυτών επ’ αυτών αποπέμπει η επενέργεια του δηλητηρίου. Εψαύσαμεν με τρέμουσαν χείραν τας πληγάς εκείνας, είδαμεν την φουστανέλλαν του Μακρυγιάννη αιματωμένην επ’ αυτών, επροσπαθήσαμεν, αλλ’ εις μάτην, να κρατήσωμεν τα δάκρυά μας, και εις τον νούν μας επαρουσιάσθησαν ιδέαι τας οποίας μετά βίας οι παλμοί της καρδίας ηδυνήθησαν να διασκεδάσωσι.

Πόσαι ημέραι ζωής υπολείπονται εισέτι εις τον στρατηγόν Μακρυγιάννην; Πέπρωται τάχα να τας διέλθη εις την επι τοσούτω παραταθείαν και παρατεινομένην φρικώδη αγωνίαν; Φοβηθήτε ώ υπουργοί της αδεκάστου ιστορίας την καταδίκην! Αύτη προφέρεται από τούδε παντού όπου ευρίσκεται ελληνική καρδία ελευθέρα χαμερπών παθών, παντού όπου βλέμμα ελληνικόν συναντήσει ενώπιόν του τον στρατηγόν Μακρυγιάννην με τας εκ νέου ανεωχθείσας πληγάς του, με τους απολεσθέντες βαθμούς του, με την διαγραφήν του από την βίβλον των πολιτικώς ζώντων, με την ανεξήγητον και όλως ακατανόητον καταδρομήν και αυτών των τέκνων του, τα οποία τουλάχιστον εσεβάσθη η κατά του πατρός εκτοξευθείσα διαβολή.

Οι εκτός των ορίων της ελευθερωθείσης Ελλάδος ευρισκόμενοι Έλληνες, ιδίως δε εκείνοι οίτινες, κατά την έκφρασιν του Αγγλικού Χρόνου, με τον βρόχον εις τον λαιμόν αδιαλείπτως υπέρ της επεκτάσεως του νυν Ελληνικού βασιλείου και σκέπτονται και ενεργούν, βλέποντες ενώπιόν των εις τοιαύτην κατάστασιν τον στρατηγόν Μακρυγιάννην, ως άλλον Βελισσάριον περιφερόμενον, ενώ δεν ακούουν από το στόμα του ειμή φωνήν αγάπης και αφοσιώσεως υπέρ του έθνους του, δια την ελευθερίαν του οποίου τοσούτον συνέτεινεν η δεξιά του, και υπέρ του θρόνου δια την παγίωσιν του οποίου τοσούτον αποτελεσματικώς και αυτός κατά την γ’ Σεπτεμβρίου ηργάσθη, οι Έλληνες ούτοι λέγομεν, ενώπιον του φαινομένου τούτου, μιαν ομόθυμον φωνήν λύπης εις την κυβέρνησην της ελευθερωθείσης μερίδος του έθνους απευθύνουσι, και η φωνή αύτη είναι η επομένη: «Ας παύση πλέον το σπαραξικάρδιον θέαμα, ας εμποδισθή δια της καταπαύσεως του μαρτυρίου του στρατηγού Μακρυγιάννη, το ήδη εκ στόματος του σύμπαντος έθνους ετοιμαζόμενον να εξέλθει ανάθεμα».

Κ. Λομβάρδος

Ο εύγλωτος κύριος Λομβάρδος λαμπρώς υπερασπίζεται τον Μακρυγιάννη.

Ημείς δε θεωρούντες αυτόν αθώον και δια την δόξαν αυτού και του Έθνους και της Βασιλείας, ήτις εστίν ανεύθυνος κατά το Σύνταγμα ημών, καταχωρίζομεν την γενναίαν συνηγορίαν υπέρ του Μακρυγιάννη αρχαίου φίλου του σοφού Βαλέτα και της σοφής Αικατερίνης συμβίας εκείνου.

β. Η εφημερίδα ΗΛΙΟΣ για το Μακρυγιάννη-11 Δεκ 1859.

Η ίδια επίσκεψη δίνει την ευκαιρία στον Γ. Βερύκιο να γράψει άλλο ένα επαινετικό άρθρο  στη “ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΙΟΝΙΟΥ”. Το περιεχόμενο και το ύφος ενδυναμώνουν τις παρατηρήσεις που αναφέρονται παραπάνω.

Ο ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ

Η αυτόνομος Ελλάς και η Επτάνησος περιπατούσι πρώται κατά την κατά την διανοητικήν φάλαγγα και προβαδίζουσι των άλλων Ελληνικών χωρών. Δια ταύτα ό,τι άδικον γίνεται εν τη Ελλάδι η Επτάνησος εξελέγχει και ό’τι κακόν γίνεται εν τη Επτανήσω η Ελλάς πολεμεί.

«Η Φωνή του Ιονίου» περιεχει την εξής διατριβήν περί του Μακρυγιάννη. Ο δε Ήλιος φρονεί καθήκον εαυτού την υπεράσπισιν ενός των μεγάλων και δυστυχών αγωνιστών και δια τούτο από πολλού αναλαβών την υπέρ αυτού απολογίαν δημοσιεύει και τινα των εκ Ζακύνθου υπέρ αυτού γραφομένων παρά του ευγλώτου κ. Βερυκίου.

«Ο Στρατηγός Μακρυγιάννης επί ολίγας ημέρας διατρίψας εν τη νήσω μας, χάριν της υγείας του, απεχωρίσθη αφ’ ημών την παρελθούσαν τετάρτην επανακάμπτων εις Αθήνας, εις τας αγκάλας της πολυπαθούς οικογενειάς του. Η ψυχή ημών τήκεται εκ του πόνου, ον τα παθήματα του στρατηγού επροξένησαν εις άπαντας ανεξαιρέτως τους συμπολίτας μας, αι δε εντυπώσεις της καταδιωκωμένης αθωότητος ουδέποτε από της μνήμης ημών δύνανται να εξαλειφθώσιν. Η ευαίσθητος και φιλογενής καρδία των Ζακυνθίων μεγάλως πονεί, διότι δάκρυα και στεναγμούς από της ελευθέρας Ελλάδος οι ήρωες αυτής κομίζουσιν. Εν τοιαύτη δε των πραγμάτων λυπηρά καταστάσει άλλο δεν εκφωνούμεν η ότι βάσκανος δαίμων την ελευθέραν πατρίδα κατατρέχει. Είθε τα παθήματα των αδελφών και η πικρά ειρωνία των ξένων να διδάξωσιν ημάς εις το μέλλον και να σωθώμεν!

Εν τούτοις ο σεβασμός των συμπολιτών ημών προς τον αγαθόν γέροντα, τον πολιόν και τούτον ηγήτορα της ανεξαρτησίας και της ελευθερίας του γένους, ανεφάνη ζωηρός και παραδειγματικώτατος. Παντού όπου έβλεπον διερχόμενον, παντού ένθα εθεώρουν πορεθόμενον-οι αείποτε ενθουσιώδεις Ζακύνθιοι-τον ήρωα τοσούτων μαχών, τον υπεδέχοντο μετ’ απαραμίλλου θρησκευτικής ευλαβείας. Το αρειμάνειον και ωραίον ανάστημα του ανδρός, το στερεόν και βαρύ αυτού βήμα-το εμφαίνον τον αδάμαστον χαρακτήρα τπου-η λευκόθριξ και σεβασμία γενειάς του, η ευπροσήγορος, αλλ’ αγέρωχος και συνάμα απέριττος συμπεριφορά του, γνησίως απεικονίζουσα το ελληνικόν αυτού ήθος-ενέπνευσεν τοις πάσιν αισθήματα τοιαύτα οία αυτομάτως διεγείρονται εις την καρδίαν των ανθρώπων θεωρούντων τοιούτους άνδρας.

Οι Ζακύνθιοι ιδόντες εν τη πατρίδι των τον Κολοκοτρόνην, τον Νικήταν και τόσους άλλους του γένους ενδόξους αρχηγούς, μεθ’ ων εβίωσαν, συνέπραξαν και εμελέτησαν το μέγα της εθνεγερσίας έργον, ανεμνήσθησαν ημερών άλλων δόξης και συμφορών, αγάπης όμως και ομοφροσύνης, και εδάκρυσαν.-Εδάκρυσαν, διότι ενώ το γένος όλον δεν απελευθερώθη, διότι εν ω πάλλει πάσα Ελληνική καρδία δια την πλήρωσιν του αγώνος, δεν ήθελον ούτοι να βλέπωσι εν μέσω πικραινομένης και πιεζομένης πατρίδος στρατηγόν περίβλεπτον, ολόπληγον, φέροντα άσβεστον το μαρτύριον της αγωνισθείσης Ελλάδος, περιφερόμενον τη δε κακείσε. Άνδρα, όστις επότισε και ποτίζει δια του χυνομένου αίματός του το αναθάλλον δένδρον της ελληνικότητος, να περιτρέχει καταδιωκόμενος και συκοφαντούμενος υπό της επαχθεστέρας διαβολής, ως μελετήσας δήθεν τολμήματα, άτινα αγερώχως αποστρέφεται και άπερ μάλιστα εκάστοτε εμόχθησεν όπως αποσοβήση. Τι έπταισεν ο στρατηγός Μακρυγιάννης και υπό της εν Ελλάδι πολιτικής καταδιώκεται; Έπταισεν ίσως διότι ηγωνίσθη υπέρ της ανεξαρτησίας του γένους; Έπταισεν διότι εκπροσωπεύων το ελευθέριον του ελληνικού χαρακτήρος φρόνημα δεν υπέκυψεν εις τας αυθαιρέτους και τυραννικάς των κατά καιρούς κυβερνήσεων ορέξεις γενόμενος  δορυφόρος και κόλαξ αυτών; Έπταισεν ίσως διότι ελάλησε προς αυτάς γυμνήν πάντοτε την αλήθειαν; Διότι κατά την γ’. Σεπτεμβρίου συνήργησεν εκ των πρώτων, ίνα διαφυλάξη τους Βασιλείς και αναίμακτον διατηρηθή το εθνικόν κίνημα; Έπταισεν ίσως διότι πάντοτε επράϋνε την δικαίως εξεγερθείσαν κατά των κυβερνώντων αγανάκτησιν του Ελληνικού λαού-ουχί παρέχων αυτοίς δούλιον στήριγμα αλλά την ακατάβλητον χείρα της ελευθερίας και της συμφιλιώσεως, ην στερεώνει μόνη η δικαιοσύνη; Αν τα τοιαύτα ως πταίσματα τω αναγράφωνται, τα τοιαύτα υπάρχουσι το λαμπρότερον κόσμημα του βίου του Μακρυγιάννη. Αλλ’ ούτος ταύτα διαπράξας ουδέποτε εμελέτησε συνομωσίαν ή σχέδια παραπλήσια άπερ αποκηρύσσει και βδελύσσεται.

Η συγκινητικωτάτη αφήγησις, η εκ των χειλέων του στρατηγού τούτου περιπαθώς εξερχομένη, πείθει και τον δυστροπώτερον των ανθρώπων περί της θυσιαζομένης αθωότητος. Εφρίξαμεν, ότε ο Μακρυγιάννης διηγήθη ημίν τα περί της καταδιωξεώς του.

Εις την αγανάκτησιν του Στρατηγού δια την προγινομένην εις αυτόν αδικίαν, ουδέν άλλο ηδυνάμεθα προς παρηγορίαν του να τω είπωμεν, η ότι επί τέλους η δικαιοσύνη θα θριαμβεύση στεφανώνουσα τον αδικηθέντα. Η ελληνική κοινωνία και οι γνωρίσαντες εκ του σύνεγγυς τον πολιόν στρατηγόν δύνανται ευσυνειδήτως να μαρτυρήσωσιν, ότι η αθωότης επιλάμπει επί του μετώπου αυτού ως επιλάμπει η ανδρεία και τα οποία φέρει ούτος υπέρ της πατρίδος τραύματα.

Στρατηγέ Μακρυγιάννη! Η άδικος απόφασις και η άδικος καταδίωξις δεν ίσχυσαν να αποσβύσωσι την δόξαν σου και να αμαυρώσωσι τον ακηλίδωτον χαρακτήρα σου. Και η αφαίρεσις των στρατιωτικών τιμών σου εγένετο εν τοις βιβλίοις αδίκου κυβερνήσεως, αλλ’ ουχί και εν ταις ψυχαίς των απανταχού ομογενών σου.

Είδες πόσον ο Κόσμος εις το πείσμα των διωκτών σου σοι αποδίδει και την δόξαν και την τιμήν και το σέβας άπερ σοι ανήκουσι. Κατά την ενταύθα ολιγοήμερον διατριβήν σου μας ετίμησας και από του στόματός σου δεν ηκούσαμεν η λόγους αγάπης υπέρ της πατρίδος και του Βασιλέως και ευχάς υπέρ του μεγαλείου της.-Ως δε δια στόματος σοι είπομεν ούτω και δια της γραφίδος σοι επανανελέγομεν η μόνη ανταμοιβή εις τας τόσας υπέρ του γένους ημών θυσίας σου, είθε να ήναι και να σοι επιφυλάξει ο Θεός, ως την μόνην σου ευχαρίστησιν να ίδης απελευθερωμένον και συνηνωμένον πολιτικώς άπαν το γένος σου. Ας το ελπίσωμεν.

Γ. Βερύκιος

2.  Η Μάχη των Μύλων.

Στη μάχη των Μύλων ο Μακρυγιάννης ήταν πρωταγωνιστής. Εδώ παρουσιάζουμε και το σχετικό πίνακα του Π. Ζωγράφου καθ’ υπόδειξη του Μακρυγιάννη.Η μάχη των Μύλων έγινε στις 13 Ιουνίου 1825 ενάντια στον Ιμπραήμ. Η επανάσταση βρισκόταν σε πολύ δύσκολη θέση μετά τις ήττες και τη πτώση της Σφακτηρίας, του Παλιόκαστρου και του Νιόκαστρου. Ακολούθησε η μάχη στο Μανιάκι με το θάνατο του Παπαφλέσσα. Στις 11 Ιουνίου οι Αιγύπτιοι κατέλαβαν τη Τριπολιτσά. Η γρήγορη προέλαση του Ιμπραήμ και η αδυναμία του Κολοκοτρώνη να τον αναχαιτήσει προκάλεσαν μεγάλη απογοήτευση. Στον Αχλαδόκαμπο ο Μακρυγιάννης βρήκε πολλά τρόφιμα που τα έστειλε στον Κολοκοτρώνη και μετά πήγε και έπιασε τους Μύλους, έξω από το Ναύπλιο όπου βρήκε άφθονες προμήθειες. Ο Ιμπραήμ θα ήταν σε πλεονεκτική θέση για να καταλάβει το Ναύπλιο, Στους δρόμους της πόλης κυκλοφορούσαν φυγάδες απ’ όλη τη Πελοπόννησο το ηθικό ήταν καταρρακωμένο από την απειλή του Ιμπραήμ και η κατάσταση χαώδης. Η κυβέρνηση τότε ενήργησε δραστήρια και ανέθεσε στον Υπουργό πολέμου Ανδρέα Μεταξά τη γενική στρατιωτική διοίκηση της περιοχής. Ο Μεταξάς και ο Μακρυγιάννης άρχισαν να ασχολούνται με την οχύρωση των Μύλων που τη θεώρησαν και ήταν επίκαιρη και οχυρή θέση για την άμυνα του Ναυπλίου. Την περιοχή αυτή βάλθηκε να οχυρώσει, με δική του πρωτοβουλία, ο Μακρυγιάννης. Ο ίδιος γράφει στα Απομνημονεύματά του: “Δυνάμωσα την θέσιν των Μύλων καλά να πολεμήσωμεν εκεί όσο να λιώσουμε…νερόν δεν είχε μέσα ούτε δράμι και τα κανόνια πεσμένα από τα λέτα. Ήταν σ’ αυτήνη την κατάστασιν από τον καιρό του εμφυλίου πολέμου…Ύστερα εκείνοι οπού μπήκαν εις τ’ Ανάπλι να κυβερνήσουν ήταν κι αυτείνοι όμοιοι με τους άλλους…και αν έπαιρνε τους Μύλους ο Μπραΐμης, κεντρικόν μέρος της θάλασσας και στεργιάς και πλήθος ζαϊρέδες και πολεμοφόδια και νερό ποταμός, μπλοκάριζε και τ’ Ανάπλι. Και εις την κατάστασιν οπού ‘ταν κάμετε την κρίση αν βαστούσε… Τον τοίχο… τον ασφάλισα καλά όλο με μασγάλια. Έπιασα και την κούλια οπούναι πλησίον στους Μύλους, και την τρύπησα από πάνου εις το πάτωμα και εις το κατώγι. Έκοψα και νερό από το μυλαύλακον και το πέρασα εις την κούλια κάτου από τη γή, νάχωμεν νερό, ότι παλαβώσαμε νερό εις το Νιόκαστρον. Αφού έφκειασα αυτά, έφκειασα και ταράτζα εις τα κεραμίδια της κούλιας και την άλλη κούλια την σιγύρισα καλά να δεχτώ τον αφέντη μου τον Μπραΐμη…Το βράδυ γγίχτηκα μ’ όλους αυτούς και με τον Υψηλάντη, Χατζημιχάλη και Κωνσταντήμπεη δια τα καραγούλια…Τότε μείναμεν σύμφωνοι να πάγω εγώ το βράδυ καραγούλι, να στείλω ανθρώπους μου, κι αυτείνοι να πάνε από τα μεσάνυχτα και πέρα όσο να φέξει…Κάθισαν καμιά ώρα κι άφησαν τον τόπον άδειον και ήρθαν μέσα εις στους Μύλους κι έπεσαν και κοιμήθηκαν. Εγώ πάντοτε εις τέτοιες εποχές δεν κοιμώμαι χωρίς έγνοια.-Είμαι κιοτής και πάντοτες προσέχω να μην χαθώ αδίκως…Βλέπω εις τον ύπνο μου κι έρχεται ένας και μου λέει «Σήκου απάνου!»…Τότε σηκώνομαι, τηράγω από το παλεθύρι και γιόμωσε ο τόπος Τούρκους και το περιβόλι όλο γιομάτο. Κι εμείς κανείς να είναι έξυπνος…Τότε ευτύς εγώ πήρα καμιά πενηνταριά συντρόφους μου και πάμε από τα τείχη των Μύλων, οπού βαστούν το νερό, και ήταν καλάμια κι άλλα χορτάρια και δεν φαινόμαστε, και παίρνομεν την πλάτην των Τούρκων και τους δίνομεν μίαν φωτιάν άξαφνα και σκοτώσαμεν καμπόσους και με τα μαχαίρια και τους εβγάλαμεν από το περιβόλι…».
Την άλλη μέρα ήρθε και ο Ιμπαήμ. Ο Μακρυγιάννης συνεχίζει: «…η πεζούρα και η καβαλαρία, ξάπλωσαν ολόγυρα. Και η καβαλαρία μας έκλεσε να μας πιάσει όλους ζωντανούς…Τότε μιλήσαμεν ο Υψηλάντης να πιάσει τον μυλάκον…εις το δεξιόν μέρος…δυτικά. Εις το αριστερόν των Μύλων ήταν ένα μονοπατάκι κατά το Κυβέρι, να το πιάσει ο Κωνσταντήμπεης κι ο Χατζημιχάλης. Την άλλη μέρα το πρωινό γίνονταν προετοιμασίες για τη μάχη. Τα υπόλοιπα σώματα, εκτός του Μακρυγιάννη, δεν συνεργάζονταν και δεν έπαιρναν το πράγμα και πολύ σοβαρά. Ο Μακρυγιάννης αναφερει σχετικά: «Έκοψα και χαντάκι ολόγυρα, έφκιασα κι από ‘να μπούρτζι με πολλές πολεμίστρες απ’ όξω τις πόρτες των κούλιων. Άφησα κι ανθρώπους μέσα να μη βάνουν κανένα ξένο, ότι εγώ και οι συντρόφοι μου πεθάναμεν δύο μερόνυχτα κουβαλιώντας πέτρες και δουλεύοντας και οι άλλοι κοιμόνταν…Αθτείνοι ήταν αντρείοι και παλικάρια-εις τους καφενέδες». Μετά ο Μακρυγιάννης είπε στα παικάρια του να κοιμηθούν λίγο το μεσημέρι ώσπου να πέσει λίγο η κάψα αλλά και να είναι ξεκούραστοι αν η μάχη συνεχιζόταν και τη νύχτα. Ακόμα ο Μακρυγιάννης έδιωξε με τέχνασμα τα καΐκια που ήταν αραγμένα εκεί ώστε να αναγκασθούν οι υπόλοιποι να φτιάξουν ταμπούρια. Έδιωξε στο Ανάπλι και τα άλογα. Τώρα ήταν όλοι αναγκασμένοι να πολεμήσουν χωρίς μέσα διαφυγής. Μόλις δρόσισε ο Μακρυγιάννης άρχισε τον πόλεμο τουφεκώντας τους Τούρκους. «Ο Μπραΐμης περήφανος έστειλε τους κατσαδόρους…και με πρώτον μας πήραν όλο το περιβόλι και τις κούλιες του περιβολιούκι ολόγυρα. Και με την πρώτη ορμή ήρθαν εις το κάτω μέρος του περιβολιού, εις τα τείχη, οπού ‘ναι πρόσωπον της θάλασσας…Ήταν η κάψη, και δεν φυσούσε τελείως-κι ο καπνός των ντουφεκιών έγινε μια αντάρα, καταχνιά – θα μας παίρναν όλους». Οι Έλληνες τότε εφάρμοσαν ένα στρατήγημα «…βαρούγαμεν και σκοτώναμεν τους αξιωματικούς, κρύγιωσαν. Στον ίδιον καιρόν βγάλαμεν τα σπαθιά πέντ’ έξι, κι άλλοι ύστερα, και ριχνόμαστε απάνου μας και τους δίνουμε ένα χαλασμόν…Άρχισε ο πόλεμος κι από το μέρος του μυλάκου οπού ‘ταν ο Υψηλάντης. Δυστυχώς όμως ο Μπραΐμης έστειλε κι άλλες ενισχύσεις και ξαναεπιτέθηκαν. Η μάχη γίνεται αμφίροπη. «Ματα τους τσακίσαμεν κι αυτούς. Τότε μας πισουδρόμησαν πάλε και κόντεψαν να με πιάσουν ζωντανόν, ότι μου σκοτώθη ένα παλικάρι από τα καύτερα, Κατσούγια το λέγαν, από το Σερνικάκι…Τον πήραμεν οι δυό μας, με τον Γκίκα, και κιντυνέψαμεν κι εμείς και τον φέραμεν εις το πόστο μας. Κι εκεί εις το πόστο είναι χωμένος ο γενναίος πατριώτης». Οι Γάλλοι, υπό τον Δεριγνύ, που παρακολουθούσαν από μια φρεγάτα ενθουσιάστηκαν που έστειλαν στους Έλληνες μια κασέλα ρούμι. Η μάχη συνεχίστηκε. «Τότε κάνομεν και τρίτο γιουρούσι και τους δώσαμεν έναν σκοτωμόν καλόν». Την ώρα εκείνη ήρθαν και πενήντα άντρες από τ’ Ανόπλι υπό τον Μήτρο Λιακόπουλο. «΄Ηταν πλήθος εις τ’ Ανάπλι. Μας τήραγαν με τα κιάλια». Με την άφιξη του Λιακόπουλου οι Έλληνες καταστρώνουν νέο σχέδιο. Ο Λιακόπουλος απ’ τ’ αριστερά του περιβολιού, ο Γκίκας απ’ τα δεξιά απ’ τον μυλάκο κι ο Μακρυγιάννης στη μέση. Στην επίθεση αυτή τραυματίζεται ο Μακρυγιάννης στο δεξί χέρι τόσο που τούπεσε το σπαθί απ’ το χέρι. Επειδή τα άτακτα ασκέρια επηρρεάζονταν άσχημα ο Μακρυγιάννης έκρυψε τον τραυματισμό του. Το σημαντικό ήταν όμως ότι «…τσακίστηκαν οι Τούρκοι…αφού τους χτυπήσαμεν κι οι τρείς κολόνες και οι Κρητικοί και τα μίστικα». Εδώ τελείωσε η μάχη και ο Μακρυγιάννης, υπό τους ήχους μουσικής της φρεγάδας, μεταφέρθηκε στο Γαλλικό πλοίο για περίθαλψη του τραύματός του. «΄Ηταν πολλοί οι Τούρκοι, ήταν ως δώδεκα χιλιάδες το όλο. Από κείνο που μάθαμεν άλλοι λένε σκοτωμένους περίτου από πεντακόσιους…Δικοί μας σκοτώθηκαν δύο…Ήμαστε ως τρακόσοι άνθρωποι απάνου κάτου».
Αυτή ήταν η μάχη των Μύλων όπου πρωταγωνίστησε ο Μακρυγιάννης που τότε ήταν 28 ετών. Η έγνοια του και η συμπεριφορά του στη μάχη είναι απάντηση στους ύστερους επικριτές του, στις μέρες μας, που τον κατηγορούν, απ’ το γραφείο τους, ότι στη Μάχη των Αθηνών δεν έδειξε και τόσο θάρρος για να το πούμε κομψά. Πως όμως συμβιβάζεται αυτό λογικά με τη συμπεριφορά του στη Μάχη των Μύλων όπου έδιωξε τα καράβια και τα άλογα για να κόψει κάθε οδό υποχώρησης, παρόλη τη μεγάλη ανισότητα στον αριθμό και την εκπαίδευση μεταξύ των πολεμιστών των δύο μερών;
ceb7-cebcceaccf87ceb7-cf84cf89cebd-cebccf8dcebbcf89cebd-cf84ceb7cf82-cebdceb1cf85cf80cebbceafceb1cf82-1
Τώρα να δούμε και τον σχετικό πίνακα. Η περιοχή των Μύλων ήταν περιτριγυρισμένη από πηγές και ρυάκια και αυτό φαίνεται και στο πίνακα. Στο κάτω μέρος φαίνεται το κτίριο των Μύλων και δίπλα του, προς τα δεξιά, παράλιες αποθήκες. Στη μέση και λίγο δεξιά φαίνεται ο τοιχογυρισμένος κήπος, άλλοτε του αγά της Λέρνης. Στο πάνω μέρος του κήπου φαίνεται η «κούλια» ή πύργος. Στο κάτω δεξί μέρος του μαντρότοιχου του περιβολιού φαίνεται «…η κούλια, οπού ‘ναι πλησίον στους Μύλους». Στο άνω μέρος και δεξιά πρέπει να είναι το κτίριο που ο Μακρυγιάννης αναφέρει ως «μυλάκο». Στη μέση του πίνακα και στο πάνω μέρος φαίνεται «…το παλιόκαστρο οπού ‘ναι πανουκέφαλα, εις την ράχη των Μύλων».


………………………………………………………………

ΠΡΟΙΚΟΣΥΜΦΩΝΟ ΤΟΥ 1862

Παρουσιάζουμε το προικοσύμφωνο του Νικολάου Κωνσταντίνου Κούτουλα με τη πεθερά του επίσης από το Κροκύλειο. Το προικοσύμφωνο έγινε στο Λιδωρίκι. Είναι πολύ κακογραμμένο γι’ αυτό παρουσιάζει πολλά κενά. Αν κάποιοι καταφέρουν να το διαβάσουν καλλίτερα παρακαλούμε να μας ενημερώσουν. Παρόλα αυτά ακόμη και έτσι αντλούμε σημαντικά στοιχεία για τα αναγκαία της εποχής για το στήσιμο του σπιτικού. Ακόμα, αντλούμε στοιχεία για τις τιμές. Π.χ. το γιούρτι όπου σήμερα βρίσκονται τα δύο Κουτουλέικα σπίτια έχει εμβαδόν περίπου 600 τετραγωνικά μέτρα και στο προικοσύμφωνο αποτιμήθηκε 600 δραχμές.  Από το γάμο αυτό γεννήθηκαν οι: Ιωάννης και Δημήτριος που έζησαν στο Κροκύλειο και μετανάστευσαν και στις ΗΠΑ. Η Ευανθία (Μάνθα) που παντρεύτηκε Καπέλλα και έζησε και πέθανε στο Λαύριο. Η Μαρία που παντρεύτηκε στο Παλιοξάρι, καθώς και ο Κωνσταντίνος που πέθανε νέος με αποτέλεσμα να εκλείψει το όνομα αυτό από την ευρύτερη οικογένεια.

Αριθ 2952

Εν Λιδωρικίω, την πέμπτην Σεπτεμβρίου του χιλιοστού οκτακοσιοστού δευτέρου έτους ημέραν Τετάρτην προ μεσημβρίας………………….γραφείω εις την ενταύθα οικίαν του…..εμού του αναπληρούντος τον απόντα Συμβολαιογράφον………εδρεύοντος και κατοικούντος ενταύθα………………..δύο παρόντων μαρτύρων ενηλίκων πολιτών Ελλήνων γνωστών μοι και μη εξαιρουμένων………………………..ενεφανίσθησαν γνωστοί………………..Μυγδάλω χήρα Γεωργίου…… αφ ετέρου Νικόλαος Κ. Κούτουλας γεωργός κάτοικος Παλαιοκατούνου και μοι εξέθεσαν ότι η Μυγδάλω χήρα Γ. ……έχουσα θυγατέρα ονομαζομένην Ευφροσύνην μέλλουσα να…………………….κατ’ αυτάς εις πρώτην γάμου κοινωνίαν μετά του Νικολάου Κ. Κούτουλα ευχαρίστως και οικιοθελώς παραχωρεί αύτη ως προίκα………………………πρώτα έν οικόπεδον…………………..ως έγγιστα κείμενον…………..του χωρίου Παλαιοκατούνου…….. ανατολάς με όμοιον του Δημητρίου Υφαντή…………..δυσμάς με όμοιον του Δημητρίου Ζαχαρίου………… μεσημβρινώς με Σταύρον Γ. Σαΐτην……………δραχμάς……………….εν της αυτής περιφερείας Παλαιοκατούνου υπαρχούσης……………………………δια δραχμάς εξακοσίας αριθ. 600 ελεύθερα παντός χρέους υποθήκης κτλ……………………..Τα εξής πράγματα ήτοι μιαν τσέργαν, αξίας δρχ. τεσσαράκοντα, μίαν βαρέλαν αξίας δραχμών εικοσιπέντε, εν κοιλίμι αξίας δραχμών είκοσι, μίαν …άρκαν αξίας δραχμών εικοσιπέντε, έξ…………… αξίας δραχμών εξήντα, δύο φορέματα αξίας δραχμών δέκα,…………προσκέφαλα αξίας δραχμών έξ, έξ κουτάλια αξίας δραχμών έξ, έξ κλινοσκεπάσματα αξίας δραχμών εικοσιπέντε, έν φόρεμα αξίας δραχμών δέκα, πέντε ζωνάρια αξίας δραχμών δώδεκα, μίαν κάπελαν αργυράν αξίας δραχμών είκοσι, έν γιορτάνιον αξίας δραχμών δεκαπέντε, έξ καλούπια κεριά αξίας δραχμών έξ, μιάς…………. αξίας δραχμών πέντε, έν ζεύγος………. αξίας δραχμών έξ, το όλον αξίας των κινητών πραγμάτων δραχμάς χιλίας εκατόν πέντε αριθ. (1105). Ο δέ Νικόλαος Κ. Κούτλας……………………………..λάβει ως νόμιμον σύζυγον την ειρημένην Ευφροσύνην Γεωργ……………..Όπερ αναγνωσθέν ευκρινώς και μεγαλοφώνως προς αυτούς και τους μάρτυρας Δημήτριον Λουκόπουλον κτηματίαν και Απόστολον Αυγερόπουλον γεωργόν κατοίκους Παλαιοκατούνου υπεγράφη παρ’ όλων πλήν της χήρας Γεωργίου …….ομολογησάσης άγνοιαν γραμμάτων

Ο συμβαλλόμενος Ν. Κ. Κούτλας

Οι μάρτυρες Δημ. Λουκόπουλος
Απ. Αυγερόπουλος

προικοσύμφωνο01Α

προικοσύμφωνο02Α

προικοσύμφωνο03Α


………………………………………………………………

Έλαβα και θα προωθήσω για δημοσίευση στην εφημερίδα ΚΡΟΚΥΛΕΙΟ
την ακόλουθη επιστολή. Ευχαριστώ θερμά το φίλο του χωριού μας
Υποστράτηγο Χωρ/κής ε.α. κ. Αναστ. Χαλιούλια για τα καλά του λόγια
για τους χωριανούς και το χωριό αλλά και για την άδεια που μας έδωσε
να το αναρτήσουμε στην ιστοσελίδα μας.

Αμάρυνθος 10 Δεκεμβρίου 2013

Αξιότιμε Κύριε Μπακαρέζο, Τυχαίως έπεσε στα χέρια μου ένα φύλλο της
εφημερίδος “Το Κροκύλειο”. Ήταν μια ευχάριστη έκπληξη για μένα. Γιατί
αν και πέρασαν 58 χρόνια από το 1955 που υπηρέτησα για λίγους
μήνες στο όμορφο και ιστορικό Κροκύλειο με τους ευγενείς και φιλόνομους
κατοίκους του δεν έπαψα να το θυμάμαι με νοσταλγία. Σας εσωκλείω, λοιπόν,
ένα κείμενο με μερικά στιγμιότυπα και γεγονότα που θυμήθηκα από την ολιγόμηνη
υπηρεσία μου ως Αστυνόμος του Κροκυλείου και σας παρακαλώ να το
δημοσιεύσετε στην έγκριτη εφημερίδας σας, αν το κρίνετε δημοσιεύσιμο.
Σε θετική περίπτωση σας παρακαλώ το σχετικό φύλλο να μου το ταχυδρομήσετε.
Σας ευχαριστώ θερμώς εκ των προτέρων.

Με εκτίμηση

Αναστ. Χαλιούλιας
Υποστράτηγος Χωρ/κής ε.α.
ΑΜΑΡΥΝΘΟΣ

ΠΕΡΑΣΜΕΝΑ ΚΑΙ…ΑΞΕΧΑΣΤΑ

Αρχές Μαΐου 1955, μετατέθηκα από τη Δ.Χ. Αμφίσσης στο Σ.Χ. Κροκυλείου,
ως Διοικητής αυτού. Είχα το βαθμό του Ενωμοτάρχου.Θυμάμαι ότι έφθασα στο
Κροκύλειο, τη γενέτειρα του στρατηγού Γιάννη Μακρυγιάννη με το
φορτοεπιβατικό αυτοκίνητο της γραμμής. Ο Σταθμός Χωροφυλακής στεγαζόταν,
τότε, σε ένα παλιό διώροφο σπίτι στην πλατεία Αγ. Γεωργίου. Τη νύκτα έμεινα άγρυπνος
γιατί τα ποντίκια έκαναν συναυλία στον μεσότοιχο από τσατμά. Το πρωί διαπίστωσα ότι
ο μεσότοιχος ήταν κούφιος και καλυπτόταν από μπλέ ξεθωριασμένες κόλλες. Την άλλη ημέρα
με τους χωροφύλακες και τη βοήθεια ενός σοβατζή επισκευάσαμε το μεσότοιχο και
ασβεστοχρίσαμε το οίκημα δύο φορές με ασβέστη και άμμο που δανειστήκαμε από την
Εκκλησία με την άδεια του Παπακρίτσα. Το οίκημα έλαμψε από καθαριότητα.
Ένα μεσημέρι, καθώς βάδιζα στο κεντρικό δρόμο του χωριού, δέχτηκα το χαιρετισμό
“χαίρετε κύριε Αστυνόμε” από μια ομάδα μαθητών που έρχονταν από το Σχολείο. Ανταπέδωσα
το χαιρετισμό. Το βράδυ συνάντησα το δάσκαλο Λάμπρο Γραββάνη και τον συνεχάρηκα για την
ευγένεια και κοινωνικότητα των μαθητών του. Αλλ’ εκείνος μου εξήγησε, ότι η συμπεριφορά
αυτή των μαθητών του οφειλόταν στον χωροφύλακα Β. Κουρμουλάκη, ο οποίος, κάθε Σάββατο,
επήγαινε στο σχολείο και με την άδειά του, δίδασκε στους μαθητές ηθική και κοινωνική αγωγή
και αυτοί τον λάτρευαν.
Κάποια ημέρα συνάντησα τον πρόεδρο της Κοινότητας Ράπτη και του συνέστησα να φροντίσει να
ασβεστοχριστούν οι μανδρότοιχοι των αυλών και των οικοπέδων κατά μήκος του κεντρικού δρόμου,
εν όψει της γιορτής του Προφήτη Ηλιού, που πανηγυρίζει το χωριό. Δέχτηκε ευχαρίστως και με
ασβέστη της κοινότητας και έναν εργάτη ασβεστόχρισε όλους τους μανδρότοιχους μέχρι τη Μεγάλη
Βρύση, με τη χρήση επινώτιου ραντιστήρα. Το ίδιο συνέστησα και στους κατοίκους του χωριού,
οι οποίοι κατά τον ίδιο τρόπο ασβεστόχρισαν τις προσόψεις των σπιτιών τους. Το χωριό έλαμψε
από λευκάδα και καθαριότητα.
Συνήθιζα κάθε πρωί να κάθομαι στο πεζούλι της εκκλησίας και να μελετώ, εν όψει των εξετάσεών
μου για τη Σχολή Αξιωματικών Χωροφυλακής. Μία ημέρα παρατήρησα ότι μερικοί γείτονες, άνδρες,
γυναίκες και παιδιά, ανακουφίζονταν στο ύπαιθρο. Το γεγονός μου έκανε άσχημη εντύπωση. Διέταξα
δύο χωροφύλακες να επισκεφθούν τα σπίτια του χωριού, ο ένας επάνω και ο άλλος κάτω από τον
κεντρικό δρόμο και να διαπιστώσουν αν είχαν αποχωρητήρια και για όσα δεν είχαν, να συνιστούν
στους ιδιοκτήτες τους να παρουσιαστούν ενώπιόν μου. Την άλλη ημέρα εμφανίστηκαν στην Αστυνομία
σαράντα(40) περίπου κάτοικοι. Τους καλοδέχτηκα και τους συνέστησα να κατασκευάσουν έστω και
στοιχειώδη αποχωρητήρια. Έβαλα τον καθένα να υπογράψει στο Βιβλίο Συστάσεων και του έδωσα
όση προθεσμία μου ζήτησε. Πριν περάσει η προθεσμία, ένας-ένας με επισκεφθηκαν εκ νέου και
μου εγνώρισαν τη συμμόρφωσή τους.
Ένα πρωινό παρατήρησα ότι γυναίκες όργωναν και έσπερναν καλαμπόκι στα χωράφια τους με τα
βόδια τους, ενώ οι άνδρες κάθονταν στα καφενεία του χωριού και χαρτόπαιζαν με έπαθλο ένα
καφέ ή ένα λουκούμι. Εκάλεσα τους τρείς καφετζήδες του χωριού και συνέστησα να κλείσουν
τα καφενεία τους την άλλη ημέρα από τις οχτώ το πρωί μέχρι το ηλιοβασίλεμα. Σε όσους δε
απορούσαν να συνιστούν να πάνε στα χωράφια τους και να δουλέψουν, κατ’ εντολή του Αστυνόμου.
Ομολογώ ότι απέτυχα! Κανείς δεν επήγε να δουλέψει.
Στις 14 Σεπτεμβρίου έλαβα διαταγή να παρουσιασθώ στη Σχολή Αξιωματικών Χωροφυλακής,
στην οποία είχα επιτύχει κατά τις εξετάσεις του Αυγούστου προκειμένου να εκπαιδευθώ ως
Ανθυπομοίραχος. Αποχαιρέτησα τον Εφημέριο, τον Πρόεδρο και τους Υπαλλήλους του χωριού και
όσους κατοίκους είχαν συγκεντρωθεί για να με ξεπροβοδίσουν και ανεχώρησα για την Αθήνα με
τις ευχές όλων.
Με νοσταλγία θυμάμαι το όμορφο και καταπράσινο Κροκύλειο και τους ευγενείς και φιλόνομους
κατοίκους του, αν και πέρασαν από τότε πενήντα οκτώ(58) χρόνια.
Αναστάσιος Παν Χαλιούλιας
Υποστράτηγος Χωροφυλακής ε.α.


………………………………………………………………

Εδώ παρουσιάζουμε τον Χρήστο Καλαβρούζο ν απαγγέλλει Μακρυγιάννη στο Ηρώδειο.
Christos Kalavrouzos reciting Makrygiannis’s Memoirs at Herodion Open Auditorium under the Acropolis.

Έρευνα διαδικτύου: Κωνσταντίνος Π. Σαΐτης.

……………………………………………………………….

Στην ανάρτηση αυτή παρουσιάζουμε τον εκλογικό κατάλογο του Δήμου Κροκυλείου των ετών 1864/1865 μαζί με το συμπληρωματικό κατάλογο του 1875. Τον κατάλογο τον αντέγραψε από το χειρόγραφο πρωτότυπο ο Αντιστράτηγος ΕΛ.ΑΣ ε.α. Γ.  Ι. Ριόλας γεννημένος στο Λιδωρίκι.

Λίγα ιστορικά σχετικά με την εποχή εκείνη: Το 1844 θεσπίσθηκε Σύνταγμα μετά την Επανάσταση του 1843 όπου πρωταγωνιστικό ρόλο έπαιξε και ο Ι. Μακρυγιάννης. Μέχρι τότε ψήφιζαν οι «μάλλον φορολογούμενοι» δηλαδή όσοι είχαν περιουσία. Με τον εκλογικό νόμο της 18ης Μαρτίου 1844 «Αναγνωρίστηκε σε όλους τους εντός του Βασιλείου γεννηθέντας Έλληνας ή τους αποκτήσαντες το δικαίωμα του πολίτου κατά τους καθεστώτας νόμους, άνω των 25 ετών, εφόσον είχαν ιδιοκτησίαν τινά, κινητή ή ακίνητη προσοδοφόρον και φοροτελή, εντός της επαρχίας όπου έχουσι την πολιτικήν διαμονήν των, ή εξασκούσαν οιονδήποτε επάγγελμα ή ανεξάρτητον επιτήδευμα». Στη πράξη η ρύθμιση αυτή ισοδυναμούσε με καθολική ψηφοφορία γιατί οι εξαιρέσεις αφορούσαν ελάχιστους. Δυστυχώς ο κοινοβουλευτισμός που καθιερώθηκε με αυτό το σύνταγμα δεν λειτούργησε και  ο Όθων συνέχισε να κυβερνά στη πράξη απολυταρχικά. Η πρακτική αυτή οδήγησε στα γεγονότα που είχαν ως κατάληξη την έξωση του Όθωνα το 1862 και στη καθιέρωση νέου Συντάγματος το 1864. Δημιουργήκε Επιτροπή «επί της συντάξεως του πολιτεύματος». Η Επιτροπή δεν προέβλεψε την καθολική ψηφοφορία. Μετά όμως από έντονες συζητήσεις η Εθνική Συνέλευση ψήφισε διάταξη για την  «άμεση καθολική και μυστική δια σφαιριδίων ψηφοφορία».  Προφανώς αυτός είναι ο λόγος που συντάχθηκε και ο εκλογικός κατάλογος που παρουσιάζεται εδώ. Το 1872 συμπληρώθηκε με πολλά ακόμα ονόματα. Στη δεκαετία αυτή πάλι δεν εφαρμόστηκαν σωστά οι δημοκρατικές διατάξεις του συντάγματος. Το 1871 έγινε αγροτική μεταρρύθμιση με αποτέλεσμα να υπάρξουν πολλοί νέοι μικροϊδιοκτήτες που προστέθηκαν στους καταλόγους. Ακόμα τη χρονολογία εκείνη έγιναν τρείς εκλογικές αναμετρήσεις. Στις 26 Φεβ 1872, στις 27 Ιαν 1873 και τέλος στις 23 Ιουν 1874.

Εδώ παρατηρούμε ότι αν και θεσπίσθηκε η καθολική ψηφοφορία οι γυναίκες δεν περιλήφθηκαν στους εκλογικούς καταλόγους. Για τη γυνακεία ψήφο έγιναν έντονοι αγώνες από το φεμινιστικό κίνημα με πρωτεργάτη την Καλλιρόη Παρρέν εκδότριας του περιοδικού «Εφημερίς των Κυριών». Η καθολική ψηφοφορία του συντάγματος του 1864 εφαρμόστηκε για πρώτη φορά στις δημοτικές (αλλά όχι τις βουλευτικές) εκλογές της 11ης Φεβ 1934. Στις βουλευτικές εκλογές οι Ελληνίδες ψήφισαν για πρώτη φορά στις 19 Φεβ 1956. Τότε εκλέχτηκαν δύο γυναίκες στη Βουλή, η Λίνα Τσαλδάρη και η Βάσω Θανασέκου. Οι πρώτες όμως γυναίκες βουλευτές ήταν η Ελένη Σκούρα και η Βιργινία Ζάννα που εκλέχτηκαν στις επαναληπτικές εκλογές το 1953.

Ο κατάλογος αυτός περιέχει πολλά στοιχεία και δεν είναι απλώς ένα ιστορικό περίεργο. Πρώτα-πρώτα βγαίνει ο πλυθυσμός του Παλαιοκάτουνου γύρω στο 1870 που φαίνεται να ήταν 1000-1200 άτομα. Δεύτερον, βλέπουμε τα επαγγέλματα. Κάποια είναι μη αναμενόμενα όπως: Απόμαχος ετών 38, Υπηρέτης και άλλα. Ακόμα, βρίσκουμε την ηλικία και το πατρώνυμο αγωνιστών του 21. Παράδειγμα ο πρόγονος του ιδιοκτήτη της σελίδας και αγωνιστής του 21, Κώνστας (Κωνσταντίνος) Κούτουλας. Το 1864 ήταν 67 ετών. Αυτομάτως μαθαίνουμε την χρονολογία γέννησής του. Ακόμα αναφέρεται το πατρώνυμό του, πράγμα που μας πάει μια γεννιά πίσω γύρω στο 1770.

Περιμένουμε τα σχολιά σας και τις συμπληρώσεις σας σε όποια ονόματα γνωρίζετε ώστε να διευρύνουμε τη γνώση μας για το παρελθόν μας.

Here we present the voting registry of Krokilio (Palaiokatouno) in 1864. The voting right according to the Constitution of 1844, voted after the coup of September 1843, where Makriyiannis played a major role, was practically universal. However, King Otto ruled without much regard to the constitutional provisions. This led to his ousting in 1862. A new king was installed and a new Constitution was voted in 1864 stipulating universal voting right. Then the universal voting registry presented here was compiled. It was complemented in 1972 after the agricultural reform of 1871 and the elections that followed in 1872, 1873 and 1874.

However as we observe although the Constitution stipulated universal voting, women were not included in the voting registry. Women voted for the first time in the elections for local governments (but not for parliamentary elections) in Feb 1934. Women voted for parliamentary elections, according to the provision of the 1864 Constitution which was not in effect by then, after almost a hundred years, in the elections of 19th Feb 1956.

The registry includes valuable local historical data. For example we can infer the population of the village around 1870. We see the age the profession and the father names of the voters. This last datum gives us a glimpse of the existence of some villagers back to around 1770.

ΓΕΝΙΚΑ  ΑΡΧΕΙΑ  ΤΟΥ  ΚΡΑΤΟΥΣ

ΣΥΛΛΟΓΗ  ΒΛΑΧΟΓΙΑΝΝΗ  «ΕΚΛΟΓΙΚΑ»

Β Ο Υ Λ Ε Υ Τ Ι Κ Ο Σ

Εκλογικός κατάλογος του Δήμου Κροκυλείου        

της Επαρχίας Δωρίδος, έτους 1864 /1865.  (ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ)

Του χωριού  Κροκύλειο (Παλαιοκάτουνο). 

001) ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ  Γεώργιος  του Ιωάννη, 30, γεωργοποιμήν

002) ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ  Ιωάννης  του Αθανασίου, 80, γεωργοποιμήν

003) ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ  Σταύρος  του Αποστόλη, 22, γεωργοποιμήν

004) ΑΡΜΑΟΣ  Βασίλειος  του Αναγνώστη, 38, γεωργός

005) ΑΡΜΑΟΣ  Βασίλειος  του Γεωργίου, 25, γεωργός

006) ΑΡΜΑΟΣ  Γεώργιος  του Κώνστα, 57, γεωργοποιμήν

007) ΑΡΜΑΟΣ  Ιωάννης  του Αναγνώστη, 26, χωροφύλαξ

008) ΑΥΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ  Απόστολος  του Αυγέρη, 45, γεωργός

009) ΑΥΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ  Γεώργιος  του Αθανασίου, 33, γεωργοποιμήν

010) ΑΥΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ  Ιωάννης  του Γεωργίου, 40, γεωργός

011) ΑΥΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ  Κώνστας  του Αθανασίου, 28, γεωργοποιμήν

012) ΒΑΡΣΟΣ  Αθανάσιος  του Γεωργίου, 60, γεωργός

013) ΒΑΡΣΟΣ  Αθανάσιος  του Ηλία, 50, γεωργός

014) ΒΑΡΣΟΣ  Γεώργιος  του Αθανασίου, 25, γεωργοποιμήν

015) ΒΑΡΣΟΣ  Ηλίας  του Γεωργίου, 70, γεωργός

016) ΒΑΡΣΟΣ  Ιωάννης  του Αθανασίου, 26, ποιμήν

017) ΒΑΡΣΟΣ  Κώνστας  του Ηλία, 41, γεωργοποιμήν

018) ΒΑΡΣΟΣ  Χαράλαμπος  του Ηλία, 32, γεωργοποιμήν

019) ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ  Σπύρος  του Γεωργίου, 59, γεωργοποιμήν

020) ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ  Βασίλειος  του Ιωάννη, 52, γεωργός

021) ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ  Κώνστας  του  Ιωάννη, 48, γεωργοποιμήν

022) ΓΡΑΒΑΝΗΣ  Βασίλειος  του Δημητρίου, 23, γεωργός

023) ΓΡΑΒΑΝΗΣ  Λάμπρος  του Δημητρίου, 38, απόμαχος

024) ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ  Ιωάννης  του Δημητρίου, 58, γεωργοποιμήν

025) ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ  Νικόλαος  του Ιωάννη, 21, υπηρέτης

026) ΖΑΧΑΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ  Γεώργιος  του  Κώνστα, γεωργοποιμήν

027) ΖΩΓΡΑΦΟΣ  Αθανάσιος  του Παναγιώτη, 63, γεωργός

028) ΖΩΓΡΑΦΟΣ  Αλέξιος  του Παναγιώτη, 50, γεωργός

029) ΖΩΓΡΑΦΟΣ  Γεώργιος  του Παναγιώτη, 67, συνταξιούχος

030) ΖΩΓΡΑΦΟΣ  Δημήτριος  του Αθανασίου, 28, γεωργοποιμήν

031) ΖΩΓΡΑΦΟΣ  Νικόλαος  του Παναγιώτη, 50, γεωργός

032) ΖΩΓΡΑΦΟΣ  Παναγιώτης  του Αθανασίου, 28, χωροφύλαξ

033) ΖΩΓΡΑΦΟΣ  Σωτήριος  του Γεωργίου, 25, γεωργοποιμήν

034) ΖΩΓΡΑΦΟΣ  Χαράλαμπος  του Γεωργίου, 29, στρατιώτης

035) ΘΕΟΔΩΡΟΥ  Ιωάννης  του Θεοδώρου, 59 , γεωργοποιμήν

036) ΘΕΟΔΩΡΟΥ  Μαργαρίτης  του Θεοδώρου, 50, γεωργοποιμήν

037) ΙΓΚΛΕΖΟΣ  Θεόδωρος  του Ιωάννη, 30, χωροφύλαξ

038) ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ  Κώνστας  του Δημητρίου, 50, καλαντζής

039) ΚΑΝΤΖΙΚΑΣ  Αλέξιος  του Νικολάου, 22, γεωργός

040) ΚΑΠΕΛΛΑΣ  Αθανάσιος  του Μαργαρίτη, 35, γεωργός

041) ΚΑΠΕΛΛΑΣ  Αναστάσιος  του Αθανασίου, 60, γεωργός

042) ΚΑΠΕΛΛΑΣ  Αθανάσιος  του Νικολάου, 21, γεωργός

043) ΚΑΠΕΛΛΑΣ  Γεώργιος  του Αναστασίου, 46, γεωργοποιμήν

044) ΚΑΠΕΛΛΑΣ  Δημήτριος  του Αναστασίου, 30, γεωργοποιμήν

045) ΚΑΠΕΛΛΑΣ  Δημήτριος  του Μαργαρίτη, 38, έμπορος

046) ΚΑΠΕΛΛΑΣ  Ιωάννης  του Αθανασίου, 35, χωροφύλαξ

047) ΚΑΠΕΛΛΑΣ  Λάμπρος  του Τριαντάφυλλου, 40, γεωργοποιμήν

048) ΚΑΠΕΛΛΑΣ  Νικόλαος  του Τριαντάφυλλου, 50, γεωργός

049) ΚΑΡΑΓΕΩΡΓΟΥ  Αναστάσιος  του  Γεωργίου, 35, γεωργός

050) ΚΑΡΑΓΕΩΡΓΟΥ  Ιωάννης  του  Γεωργίου, 36, γεωργοποιμήν

051) ΚΑΡΑΓΕΩΡΓΟΥ  Νικόλαος  του  Γεωργίου, 36, χωροφύλαξ

052) ΚΑΡΑΜΠΕΛΟΣ  Αθανάσιος  του Κων/νου, 80, γεωργός

053) ΚΑΡΑΜΠΕΛΟΣ  Γεώργιος  του Αθανασίου, 37, γεωργός

054) ΚΑΡΚΑΤΣΟΥΛΗΣ  Αθανάσιος  του Παναγιώτη, 60, γεωργός

055) ΚΑΡΚΑΤΣΟΥΛΗΣ  Δημήτριος  του Αθανασίου, 25, χωροφύλαξ

056) ΚΑΡΚΑΤΣΟΥΛΗΣ  Ιωάννης  του Αθανασίου, 28, γεωργοποιμήν

057) ΚΑΤΣΙΜΠΑΣ  Ιωάννης  του Χαραλάμπους, 26, χωροφύλαξ

058) ΚΑΤΣΙΜΠΑΣ  Χαράλαμπος  του Ιωάννη, 52, γεωργοποιμήν

059) ΚΑΤΣΟΥΔΑΣ  Γεώργιος  του Δημητρίου, 35, γεωργοποιμήν

060) ΚΑΦΡΙΤΣΑΣ  Αθανάσιος  του Γεωργίου, 45, γεωργός

061) ΚΙΣΦΙΝΑΣ   Αθανάσιος  του Σπύρου, 65, γεωργός

062) ΚΟΥΡΑΚΥΜΗΣ  Σπύρος  του Ιωάννη, 30, γεωργοποιμήν

063) ΚΟΥΤΛΑΣ  Κώνστας  του Νικολάου, 67, γεωργοποιμήν

064) ΚΟΥΤΛΑΣ  Νικόλαος  του Κων/νου, 28, γεωργός

065) ΚΟΥΤΣΟΥΚΟΣ  Νικόλαος  του Παναγιώτη, 50 , γεωργοποιμήν

066) ΚΟΥΤΣΟΥΚΟΣ  Παναγιώτης  του Νικολάου, 28, στρατιώτης

067) ΚΡΙΤΣΑΣ  Αθανάσιος  του Παναγιώτη, 55 , γεωργός

068) ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ  Δημήτριος  του  Κων/νου, 26, χωροφύλαξ

069) ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ  Ιωάννης  του  Κων/νου, 38, γεωργός

070) ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ  Χαράλαμπος  του Κώνστα, 32, γεωργός

071) ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ  Αθανάσιος  του Δημητρίου, 25, γεωργός

072) ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ  Δημήτριος  του  Κώνστα, 58, γεωργοποιμήν

073) ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ  Θεόδωρος  του Δημητρίου, 28, γεωργοποιμήν

074) ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ  Θεόδωρος  του Κώνστα, 34,  γεωργοποιμήν

075) ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ  Ιωάννης  του Κώνστα, 41, χωροφύλαξ

076) ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ  Ιωάννης  του Δημητρίου, 27, δημοτ. σύμβουλος

077) ΛΟΥΚΟΠΟΥΛΟΣ  Αθανάσιος  του Γεωργίου, 22, ποιμήν

078) ΛΟΥΚΟΠΟΥΛΟΣ  Γεώργιος  του Λουκά, 42, γεωργοποιμήν

079) ΛΟΥΚΟΠΟΥΛΟΣ  Γεώργιος  του Δημητρίου, 45, γεωργοποιμήν

080) ΛΟΥΚΟΠΟΥΛΟΣ  Δημήτριος  του Λουκά, 70, δημοτ. σύμβουλος

081) ΛΟΥΚΟΠΟΥΛΟΣ  Ιωάννης  του Δημητρίου, 38, γεωργοποιμήν

082) ΛΟΥΚΟΠΟΥΛΟΣ  Ιωάννης  του Λουκά, 48, γεωργοποιμήν

083) ΛΟΥΚΟΠΟΥΛΟΣ  Λουκάς   του  Δημητρίου, 42, γεωργοποιμήν

084) ΜΑΡΜΑΡΗΣ  Κώνστας  του Γεωργίου, 21, γεωργός ή ΜΑΡΜΑΡΑΣ

085) ΜΑΧΑΣ  Γεώργιος  του Αθανασίου, 35, γεωργοποιμήν

086) ΜΑΧΑΣ  Κώνστας  του Αθανασίου, 35, χωροφύλαξ

087) ΜΑΧΑΣ  Σπύρος  του Αθανασίου, 36, γεωργοποιμήν

088) ΜΙΛΙΓΚΑΣ   Δημήτριος  του Γεωργίου, 41, γεωργοποιμήν  ΜΕΛΕΓΚΑΣ

089) ΜΙΧΑΣ  Σπύρος  του Αθανασίου, 23, γεωργοποιμήν

090) ΜΠΑΚΑΡΕΖΟΣ  Αθανάσιος  του Νικολάου, 28, γεωργός

091) ΜΠΑΚΑΡΕΖΟΣ  Παντολέων  του Νικολάου, 35, γεωργοποιμήν

092) ΜΠΑΡΜΠΟΥΤΗΣ  Γεώργιος  του Παναγιώτη, 54, γεωργοποιμήν

093) ΜΠΑΡΜΠΟΥΤΗΣ  Δημήτριος  του Γεωργίου, 31 , γεωργοποιμήν

094) ΝΑΣΙΟΠΟΥΛΟΣ  Ζαχαρής  του Αθανασίου, 21, έμπορος

095) ΝΤΑΡΜΑΡΗΣ  Γεώργιος  του Μαργαρίτη, 52, γεωργοποιμήν

096) ΝΤΕΜΟΣ  Αθανάσιος  του  Ασημάκη, 58, γεωργός

097) ΝΤΕΜΟΣ  Ανδρέας  του Αθανασίου, 28, γεωργός

098) ΝΤΕΜΟΣ  Δημήτριος  του Αθανασίου, 22, υπηρέτης

099) ΠΑΓΩΝΗΣ  Γεώργιος  του Παγώνη, 65, γεωργός

100) ΠΑΠΑΡΗΓΑΣ  Σάββας  του Γεωργίου, 27, γεωργοποιμήν

101) ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ  Παναγιώτης  του Νικολάου, 65, γεωργός

102) ΠΕΡΛΙΓΚΑΣ  Ιωάννης  του Γεωργίου, 50, γεωργοποιμήν

103) ΠΛΑΤΑΝΙΩΤΗΣ  Βασίλειος  του Γεωργίου, 40, γεωργός

104) ΠΟΛΥΖΩΗΣ  Αναστάσιος  του Πολυζώη, 35, γεωργός

110) ΡΑΠΤΗΣ  Γεώργιος  του Παναγιώτη, 28, γεωργοποιμήν

111) ΡΑΠΤΗΣ  Δημήτριος  του Ιωάννη, 29, γεωργοποιμήν

112) ΡΑΠΤΗΣ  Παναγιώτης  του Δημητρίου, 49, συνταξιούχος

113) ΡΑΥΤΟΠΟΥΛΟΣ  Αθανάσιος  του Δημητρίου, 37, γεωργός

114) ΡΑΥΤΟΠΟΥΛΟΣ  Γεώργιος  του Ιωάννη, 27, γεωργοποιμήν

115) ΣΑΪΤΗΣ  Ανδρέας  του Νικολάου, 25, γεωργός

116) ΣΑΪΤΗΣ  Γεώργιος  του Νικολάου, 30, γεωργός

117) ΣΑΪΤΗΣ  Δημήτριος  του Αθανασίου, 80, γεωργοποιμήν

118) ΣΑΪΤΗΣ  Ηλίας  του Γεωργίου, 22, γεωργός

119) ΣΑΪΤΗΣ  Θεόδωρος  του Γεωργίου, 27, γεωργοποιμήν

120) ΣΑΪΤΗΣ  Θεόδωρος  του Ιωάννη, 27, γεωργοποιμήν

121) ΣΑΪΤΗΣ  Ιωάννης  του Δημητρίου, 43, γεωργοποιμήν

122) ΣΑΪΤΗΣ  Κώνστας  του Γεωργίου,33, γεωργοποιμήν

123) ΣΑΪΤΗΣ  Νικόλαος  του Θεοδώρου, 50, γεωργός

124) ΣΑΪΤΗΣ  Σπύρος  του Γεωργίου, 23, γεωργοποιμήν

125) ΣΑΪΤΗΣ  Χαράλαμπος  του Γεωργίου, 33, γεωργοποιμήν

126) ΣΑΚΑΡΕΛΛΟΣ  Αθανάσιος  του Γεωργίου, 35, γεωργός

127) ΣΑΚΑΡΕΛΛΟΣ  Αναστάσιος  του Γεωργίου, 44. γεωργός

128) ΣΑΚΑΡΕΛΛΟΣ  Γεώργιος  του Δημητρίου, 90, κτηματίας

129) ΣΑΚΑΡΕΛΛΟΣ   Κώνστας  του Νικολάου,23, γεωργοποιμήν

130) ΣΑΚΑΡΕΛΛΟΣ  Νικόλαος  του Γεωργίου, 55, γεωργός

131) ΣΑΚΑΡΕΛΛΟΣ  Παναγιώτης  του Νικολάου, 26, γεωργοποιμήν

132) ΣΑΠΕΡΑΣ  Αθανάσιος  του Δημητρίου, 32, γεωργός

133) ΣΑΠΕΡΑΣ  Γεώργιος  του Δημητρίου, 38, γεωργός

134) ΣΑΠΕΡΑΣ  Δημήτριος  του Ιωάννη, 68, γεωργοποιμήν

135) ΣΕΡΕΛΗΣ  Αθανάσιος  του Αδάμ, 55, γεωργός

136) ΣΕΡΕΛΗΣ  Ανδρέας  του Αθανασίου, 27, γεωργός

137) ΣΕΡΕΛΗΣ  Ιωάννης  του Χρήστου, 28, γεωργοποιμήν

138) ΣΕΡΕΛΗΣ  Ιωάννης  του Αθανασίου, 28, γεωργοποιμήν

139) ΣΕΡΕΛΗΣ  Παναγιώτης  του Αδάμ, 61, γεωργός

140) ΣΕΡΕΛΗΣ  Χρήστος  του Αδάμ, 59 , γεωργός

141) ΣΙΔΕΡΗΣ  Αναγνώστης  του  Κων/νου, 55, κτηματίας

142) ΣΙΔΕΡΗΣ  Αργύριος  του Κων/νου, 40, γεωργός

143) ΣΚΟΥΡΑΣ  Γεώργιος  του Παναγιώτη, 48, γεωργοποιμήν

144) ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ  Δημήτριος  του Σπύρου, 28, γεωργοποιμήν

145) ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ  Μαργαρίτης  του Γεωργοσπύρου, 25, γεωργοποιμήν

146) ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ  Αναστάσιος  του Σταύρου,33, γεωργός

147) ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ  Αθανάσιος  του Σταύρου, 45, γεωργός

148) ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ  Αριστείδης  του Αθανασίου, 22, γεωργός

149) ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ  Ευθύμιος  του Σταύρου, 45, γεωργός

150) ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ  Ηλίας  του Σταύρου, 45, γεωργός

151) ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ  Κώνστας  του Σταύρου, 47, γεωργοποιμήν

152) ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ  Χαράλαμπος  του Σταύρου, 45, γεωργοποιμήν

153) ΣΤΟΥΜΠΟΣ  Γεώργιος  του Δημητρίου, 61, γεωργοποιμήν

154) ΣΤΟΥΜΠΟΣ  Ιωάννης  του  Δημητρίου, 44, γεωργοποιμήν

155) ΣΤΟΥΜΠΟΣ  Κώνστας  του Δημητρίου, 37, υπενωμοτάρχης

156) ΣΤΟΥΜΠΟΣ  Κώνστας  του Γεωργίου, 21, γεωργός

157) ΣΤΟΥΜΠΟΣ  Νικόλαος  του Δημητρίου, 55, απόμαχος

158) ΣΤΡΑΤΟΣ  Αλέξιος  του Ιωάννη, 30, γεωργός

159) ΣΤΡΑΤΟΣ  Ιωάννης  του Δημητρίου, 66, γεωργοποιμήν

160) ΤΖΟΥΡΑΣ  Αθανάσιος  του Γεωργίου, 35, χαλκεύς

161) ΤΡΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ  Μιχαήλ  του Γεωργίου, 30, γεωργοποιμήν

162) ΤΣΑΝΗΣ  Αθανάσιος  του Αυγέρη, 37, γεωργός

163) ΤΣΑΝΤΙΛΗΣ  Αθανάσιος  του Παναγιώτη, 55, γεωργός

164) ΤΣΑΝΤΙΛΗΣ  Δημήτριος  του Αθανασίου, 29, χωροφύλαξ

165) ΤΣΑΝΤΙΛΗΣ  Χαράλαμπος  του Αθανασίου, 28, γεωργός

166) ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ  Χαράλαμπος  του Τριαντάφυλλου, 26, γεωργός

167) ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ  Αθανάσιος  του Τριαντάφυλλου, 45, γεωργός

168) ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ  Γεώργιος  του Τριαντάφυλλου, 24, γεωργοποιμήν

169) ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ  Ιωάννης  του Τριαντάφυλλου, 33, γεωργοποιμήν

170) ΧΑΛΙΜΟΥΡΔΑΣ  Κώνστας  του Αποστόλη, 45, γεωργοποιμήν

171) ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΠΟΥΛΟΣ  Θεόδωρος  του Χαραλάμπους, 38, ειδ. πάρεδρος                                                                    

   172) ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ  Αθανάσιος  του Νικολάου, 28, γεωργός

173) ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ  Νικόλαος  του Χριστόδουλου, 45, γεωργοποιμήν

174) ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ  Χρήστος  του Νικολάου, 24, στρατιώτης

175) ΧΡΥΣΙΚΟΣ  Στέργιος  του Δημητρίου, 40, χρυσοχόος

176) ΨΕΥΤΗΣ  Παναγιώτης  του Γεωργίου, 38, γεωργοποιμήν

177) ΨΥΤΑΣ  Νικόλαος  του Αθανασίου, 24, γεωργοποιμήν  ΨΗΤΑΣ ή ΨΙΤΑΣ

178) ΨΥΤΑΣ  Σπύρος  του Αθανασίου, 28, γεωργοποιμήν

179) ΥΦΑΝΤΗΣ  Αντώνιος  του Δημητρίου, 55, γεωργός

180) ΥΦΑΝΤΗΣ  Ιωάννης  του Γεωργίου, 30, γεωργοποιμήν

181) ΥΦΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ  Δημήτριος  του Γεωργίου, 31, γεωργοποιμήν

Σημείωση : Ο Κατάλογος για το  Κροκύλειο,  συμπληρώνεται  με ονοματεπώνυμα από  τον  Κατάλογο  του Δήμου Κροκυλείου, του έτους 1872. Εννοείται ότι  δεν  συμπεριλαμβάνονται  τα  ονοματεπώνυμα που  ήδη αναφέρονται  στον παραπάνω Κατάλογο του  Δήμου Κροκυλείου, του έτους 1864/1865.

001) ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ  Ιωάννης   του  Γεωργίου, 22, γεωργός

002) ΑΡΜΑΟΣ  Κων/νος  του  Γεωργίου, 24, γεωργός

003) ΑΡΜΑΟΣ  Παναγιώτης  του  Βασιλείου, 23, μαθητής

004) ΑΥΓΕΡΗΣ  Αθανάσιος  του  Αποστόλου, 25, γεωργός

005) ΑΥΓΕΡΗΣ  Θεόδωρος  του  Αποστόλου, 22, γεωργός

006) ΑΥΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ  Αθανάσιος  του  Γεωργίου, 22, γεωργός

007) ΑΥΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ  Αυγέρης  του  Αθανασίου, 23, γεωργός

008) ΑΥΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ  Γεώργιος  του  Αθανασίου, 23, γεωργός

009) ΑΥΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ  Γεώργιος  του  Ιωάννη, 25, γεωργός

010) ΒΑΡΣΟΣ  Αλέξανδρος  του  Ιωάννη, 26, γεωργός

011) ΒΑΡΣΟΣ  Γεώργιος  του Ιωάννη, 21, εύζων

012) ΒΑΡΣΟΣ  Δημήτριος  του  Ιωάννη, 24, γεωργός

013) ΒΑΡΣΟΣ  Ηλίας  του Αθανασίου, 25, γεωργός

014) ΒΑΡΣΟΣ  Νικόλαος  του  Ιωάννη, 25, γεωργός

015) ΒΛΑΧΟΣ  Αθανάσιος  του  Γεωργίου, 61, σιδηρουργός

016) ΒΛΑΧΟΣ  Γεώργιος  του  Αθανασίου, 34, σιδηρουργός

017) ΒΛΑΧΟΣ  Νικόλαος  του  Αθανασίου, 29, σιδηρουργός

018) ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ  Γεώργιος  του  Βασιλείου, 24, γεωργός

019) ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ  Θεόδωρος  του  Κων/νου, 35, ειδ. πάρεδρος

020) ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ  Κων/νος  του  Βασιλείου, 24, γεωργός

021) ΓΡΑΒΑΝΗΣ  Αθανάσιος  του  Βασιλείου, 22, γεωργός

022) ΓΡΑΒΑΝΗΣ  Αναστάσιος  του  Δημητρίου, 26, γεωργός

023) ΓΡΑΒΑΝΗΣ  Κων/νος  του  Δημητρίου, 39, γεωργός

024) ΓΡΑΒΑΝΗΣ  Παναγιώτης  του  Παναγιώτη, 23, μαθητής

025) ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ  Αθανάσιος  του  Χρήστου,  22, γεωργός

026) ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ  Χρήστος  του Ιωάννη, 30, στρατιώτης

027) ΖΑΧΑΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ  Κων/νος  του  Δημητρίου, 23, μαθητής

028) ΖΩΓΡΑΦΟΣ  Αθανάσιος  του  Νικολάου, 24, γεωργός

029) ΖΩΓΡΑΦΟΣ  Δημήτριος  του  Αλεξάνδρου, 29, γεωργός

030) ΖΩΓΡΑΦΟΣ  Θεόδωρος  του  Αλεξάνδρου, 24, γεωργός

031) ΖΩΓΡΑΦΟΣ  Παναγιώτης  του  Αλεξάνδρου, 27, γεωργός

032) ΖΩΓΡΑΦΟΣ  Χρήστος  του  Νικολάου, 24, γεωργός

033) ΘΕΟΔΩΡΟΥ  Δημήτριος  του Μαργαρίτη, 23, γεωργός

034) ΘΕΟΔΩΡΟΥ  Θεόδωρος  του  Μαργαρίτη, 27, γεωργός

035) ΙΓΚΛΕΖΟΣ  Κων/νος  του  Θεοδώρου, 23, μαθητής

036) ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ  Δημήτριος  του  Κων/νου, 28, γεωργός

037) ΚΑΝΤΑΣ  Αλέξανδρος  του  Θεοδώρου, 23 , μαθητής

038) ΚΑΝΤΑΣ  Αριστείδης  του  Θεοδώρου, 24, σκυτοτόμος

039) ΚΑΝΤΑΣ  Γεώργιος  του  Θεοδώρου, 22, γεωργός

040) KANTAΣ  Δημήτριος  του Θεοδώρου, 22, μαθητής

041) ΚΑΝΤΑΣ  Κων/νος  του  Θεοδώρου, 23, μαθητής

042) ΚΑΝΤΑΣ  Παναγιώτης  του  Θεοδώρου, 23, μαθητής

043) ΚΑΝΤΑΣ  Χαράλαμπος  του  Θεοδώρου, 25, έμπορος

044) ΚΑΠΕΛΛΑΣ  Αθανάσιος  του  Γεωργίου, 24, γεωργός

045) ΚΑΠΕΛΛΑΣ  Αναστάσιος  του  Ιωάννη, 23, μαθητής

046) ΚΑΠΕΛΛΑΣ  Βασίλειος  του  Λάμπρου, 24, μαθητής

047) ΚΑΠΕΛΛΑΣ  Γεώργιος  του Νικολάου, 26, εύζων

048) ΚΑΠΕΛΛΑΣ  Δημήτριος  του  Ιωάννη, 23, γεωργός

049) ΚΑΠΕΛΛΑΣ  Θεόδωρος  του Νικολάου, 24, γεωργός

050) ΚΑΠΕΛΛΑΣ  Ιωάννης  του Αναστασίου, 42, γεωργός

051) ΚΑΠΕΛΛΑΣ  Ιωάννης  του  Γεωργίου, 24, γεωργός

052) ΚΑΠΕΛΛΑΣ  Ιωάννης  του  Δημητρίου, 22, μαθητής

053) ΚΑΠΕΛΛΑΣ  Κων/νος  του  Αθανασίου, 23, μαθητής

054) ΚΑΠΕΛΛΑΣ  Κων/νος  του  Αναστασίου, 27, γεωργός

055) ΚΑΠΕΛΛΑΣ  Κων/νος  του  Λάμπρου, 27, γεωργός

056) ΚΑΠΕΛΛΑΣ  Κων/νος  του  Νικολάου, 29, εύζων

057) ΚΑΠΕΛΛΑΣ  Κων/νος  του  Τριαντάφυλλου, 46, γεωργός

058) ΚΑΠΕΛΛΑΣ  Σπύρος  του  Νικολάου, 22, μαθητής

059) ΚΑΠΕΛΛΑΣ  Τριαντάφυλλος  του  Αθανασίου, 25, εύζων

060) ΚΑΡΑΜΠΕΛΟΣ  Χαράλαμπος  του  Γεωργίου, 21, μαθητής

061) ΚΑΡΚΑΤΣΟΥΛΗΣ  Κων/νος  του  Αθανασίου, 27, γεωργός

062) ΚΑΤΣΙΜΠΑΣ  Κων/νος  του  Χαραλάμπους, 26, εύζων

063) ΚΟΥΤΣΟΥΚΟΣ  Αλέξανδρος  του  Νικολάου, 28, γεωργός

064) ΚΟΥΤΣΟΥΚΟΣ  Γεώργιος  του  Νικολάου, 29, εύζων

065) ΚΟΥΡΜΟΥΣΗΣ  Αθανάσιος  του  Σπυρίδωνα, 22, γεωργός

066) ΚΟΥΡΜΟΥΣΗΣ  Ιωάννης  του  Σπυρίδωνα, 24, γεωργός

067) ΚΟΥΡΜΟΥΣΗΣ  Κων/νος  του  Σπυρίδωνα, 24, γεωργός

068) ΚΡΙΤΣΑΣ  Γεώργιος  του  Γεωργίου, 56, γεωργός

069) ΚΡΙΤΣΑΣ  Δημήτριος  του Αθανασίου, 27, γεωργός

070) ΚΡΙΤΣΑΣ  Γρηγόριος  του  Γεωργίου, 28, γεωργός

071) ΚΡΙΤΣΑΣ  Νικόλαος  του  Αθανασίου, 24, ποιμήν

072) ΚΡΙΤΣΑΣ  Παναγιώτης  του  Αθανασίου, 27, μαθητής

073) ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ  Γεώργιος  του  Γεωργίου, 27, γεωργός

074) ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ  Κων/νος  του  Ιωάννη, 22, γεωργός

075) ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ  Νικόλαος  του  Ιωάννη, 22, μαθητής

076) ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ  Αθανάσιος  του  Ιωάννη, 24, γεωργός

077) ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ  Θεόδωρος  του  Χρήστου, 51, γεωργός

078) ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ  Γεώργιος  του  Παναγιώτη, 34, υπάλληλος

079) ΛΟΥΚΟΠΟΥΛΟΣ  Αθανάσιος  του  Γεωργίου, 27, γεωργός

080) ΛΟΥΚΟΠΟΥΛΟΣ  Αθανάσιος  του  Ιωάννη, 23, γεωργός

081) ΛΟΥΚΟΠΟΥΛΟΣ  Βασίλειος  του  Ιωάννη, 23, γεωργός

082) ΛΟΥΚΟΠΟΥΛΟΣ  Δημήτριος  του  Γεωργίου, 26, γεωργός

083) ΛΟΥΚΟΠΟΥΛΟΣ  Δημήτριος  του Ιωάννη, 25, γεωργός

084) ΛΟΥΚΟΠΟΥΛΟΣ  Ζαχαρίας  του Ιωάννη, 26, γεωργός

085) ΛΟΥΚΟΠΟΥΛΟΣ  Κων/νος  του  Γεωργίου, 24, γεωργός

086) ΛΟΥΚΟΠΟΥΛΟΣ  Κων/νος  του  Ιωάννη, 25, γεωργός

087) ΛΟΥΚΟΠΟΥΛΟΣ  Κων/νος  του Λουκά, 22, μαθητής

088) ΛΟΥΚΟΠΟΥΛΟΣ  Λουκάς  του  Γεωργίου, 24, γεωργός

089) ΜΑΡΓΑΡΙΤΗΣ  Θεοχάρης  του  Μαργαρίτη, 25, γεωργός

090) ΜΑΡΓΑΡΙΤΗΣ  Κων/νος  του  Μαργαρίτη, 22, μαθητής

091) ΜΑΡΜΑΡΗΣ  Βασίλειος  του  Γεωργίου, 32, άεργος ή ΜΑΡΜΑΡΑΣ

092) ΜΑΡΜΑΡΗΣ  Χαράλαμπος  του  Γεωργίου, 27, γεωργός ή ΜΑΡΜΑΡΑΣ

093) ΜΑΥΡΑΓΑΝΗΣ  Αθανάσιος  του  Αθανασίου, 22, γεωργός

094) ΜΑΥΡΑΓΑΝΗΣ  Ευθύμιος  του  Αθανασίου, 28, ποιμήν

095) ΜΑΥΡΑΓΑΝΗΣ  Θεόδωρος  του  Αθανασίου, 25, γεωργός

096) ΜΑΥΡΑΓΑΝΗΣ  Κων/νος  του  Αθανασίου,  24, γεωργός

097) ΜΑΧΑΣ  Αθανάσιος  του  Γεωργίου, 24, γεωργός

098) ΜΑΧΑΣ  Αθανάσιος  του  Θεοδώρου, 24, γεωργός

099) ΜΑΧΑΣ  Αθανάσιος  του  Σπυρίδωνα, 24, γεωργός

100) ΜΑΧΑΣ  Αντώνιος  του  Κων/νου,24, γεωργός

101) ΜΑΧΑΣ  Θεόδωρος  του  Γεωργίου, 55, γεωργός

102) ΜΑΧΑΣ  Ιωάννης  του  Θεοδώρου, 26, εύζων

103) ΜΑΧΑΣ  Παναγιώτης  του  Σπυρίδωνα,  23, μαθητής

104) ΜΠΕΤΧΑΒΑΣ  Δημήτριος  του  Γεωργίου, 24, γεωργός

105) ΠΑΓΩΝΗΣ  Αθανάσιος  του  Ιωάννη, 22, γεωργός

106) ΠΑΓΩΝΗΣ  Δημήτριος  του  Γεωργίου, 28, εύζων

107) ΠΑΓΩΝΗΣ  Κων/νος  του  Γεωργίου, 25, γεωργός

108) ΠΑΓΩΝΗΣ  Χαράλαμπος  του  Γεωργίου, 26, εύζων

109) ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ  Γεώργιος  του  Δημητρίου, 25, ποιμήν

110) ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ  Χαρ/μπος  του  Δημητρίου, 25, δημοδιδάσκαλος

111) ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ  Γεώργιος  του  Παναγιώτη, 22, στρατιώτης

112) ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ  Ταξιάρχης  του  Παναγιώτη,  24, εργάτης

113) ΠΕΡΛΙΓΚΑΣ  Γεώργιος  του  Ιωάννη, 23, γεωργός

114) ΠΕΡΛΙΓΚΑΣ  Παναγιώτης  του  Ιωάννη,  23, μαθητής

115) ΠΟΔΙΩΤΗΣ  Ιωάννης  του  Νικολάου, 23, γεωργός

116) ΠΟΛΥΖΩΗΣ  Ελευθέριος  του  Γεωργίου, 24, γεωργός

117) ΠΟΛΥΖΩΗΣ  Ευάγγελος  του  Ιωάννη, 25, γεωργός

118) ΠΟΛΥΖΩΗΣ  Κων/νος  του  Αναστασίου, 22, μαθητής

119) ΠΟΛΥΖΩΗΣ  Νικόλαος  του Αναστασίου, 36, χωροφύλαξ

120) ΡΑΠΤΗΣ  Δημήτριος  του  Αθανασίου, 25, γεωργός

121) ΡΑΠΤΗΣ  Ιωάννης  του  Παναγιώτη, 30, γεωργός

122) ΡΑΠΤΗΣ  Νικόλαος  του  Γεωργίου, 22, μαθητής

123) ΡΑΥΤΟΠΟΥΛΟΣ  Κων/νος  του  Αθανασίου, 23, μαθητής

124) ΣΑΚΑΡΕΛΛΟΣ  Αθανάσιος  του  Νικολάου, 23, γεωργός

125) ΣΑΚΑΡΕΛΛΟΣ  Γεώργιος  του  Νικολάου, 28, γεωργός

126) ΣΑΚΑΡΕΛΛΟΣ  Νικόλαος  του  Κων/νου, 22, μαθητής

127) ΣΑΠΕΡΑΣ  Ιωάννης  του  Δημητρίου,  64, γεωργός

128) ΣΑΪΤΗΣ  Αθανάσιος  του  Ιωάννη, 26, γεωργός

129) ΣΑΪΤΗΣ  Αθανάσιος  του  Κων/νου, 23, μαθητής

130) ΣΑΪΤΗΣ  Αθανάσιος  του  Σπύρου, 22, μαθητής

131) ΣΑΪΤΗΣ  Ανδρέας  του  Γεωργίου, 26, γεωργός

132) ΣΑΪΤΗΣ  Γεώργιος  του Αθανασίου, 26, γεωργός

133) ΣΑΪΤΗΣ  Γεώργιος  του  Δημητρίου, 54, γεωργός

134) ΣΑΪΤΗΣ  Γεώργιος  του Χαραλάμπους, 23, μαθητής

135) ΣΑΪΤΗΣ  Δημήτριος  του  Ιωάννη, 24, γεωργός

136) ΣΑΪΤΗΣ  Ευθύμιος  του  Γεωργίου, 22, γεωργός

137) ΣΑΪΤΗΣ  Κων/νος  του  Ιωάννη, 22, μαθητής

138) ΣΑΪΤΗΣ  Λεωνίδας  του  Ιωάννη, 22, μαθητής

139) ΣΑΪΤΗΣ  Ξενοφών  του  Γεωργίου, 23, μαθητής

140) ΣΑΪΤΗΣ  Σπύρος  του  Ιωάννη, 35, γεωργός

141) ΣΕΡΕΛΗΣ  Αθανάσιος  του  Ασημάκη, 62, γεωργός

142) ΣΕΡΕΛΗΣ  Γεώργιος  του  Χρήστου, 28, γεωργός

143) ΣΕΡΕΛΗΣ  Δημήτριος  του  Χρήστου, 23, γεωργός

144) ΣΙΔΕΡΗΣ  Γεώργιος  του Αναγνώστη, 23, γεωργός

145) ΣΙΔΕΡΗΣ  Γεώργιος  του Αργύρη, 23, γεωργός

146) ΣΙΔΕΡΗΣ  Δημήτριος  του  Αργυρίου, 24, γεωργός

147) ΣΙΔΕΡΗΣ  Κων/νος  του  Αναγνώστη, 25, παντοπώλης

148) ΣΙΔΕΡΗΣ  Κων/νος  του  Αργύρη, 25, στρατιώτης

149) ΣΙΔΕΡΗΣ  Σπύρος  του  Αργύρη, 23, μαθητής

150) ΣΙΔΕΡΗΣ  Χαράλαμπος  του  Αργύρη, 23, μαθητής

151) ΣΚΟΥΡΑΣ  Δημήτριος  του  Γεωργίου, 26, γεωργός

152) ΣΚΟΥΡΑΣ  Ιωάννης  του  Γεωργίου, 24, γεωργός

153) ΣΚΟΥΡΑΣ  Παναγιώτης  του  Γεωργίου, 23, μαθητής

154) ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ  Σπύρος  του  Δημητρίου, 23, μαθητής

155) ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ  Αθανάσιος  του Δημητρίου, 22, γεωργός

156) ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ  Γεώργιος  του  Ηλία, 25, γεωργός

157) ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ  Γεώργιος  του  Αναστασίου, 23, γεωργός

158) ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ  Γεώργιος  του  Ευθυμίου, 23, γεωργός

159) ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ  Γεώργιος  του Χαραλάμπους, 24, ποιμήν

160) ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ  Δημήτριος  του  Αναστασίου, 22, ποιμήν

161) ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ  Ηλίας  του  Γεωργίου, 50, γεωργός

162) ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ  Κων/νος  του  Ευθυμίου, 23, μαθητής

163) ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ  Σταύρος  του  Αθανασίου, 24, γεωργός

164) ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ  Σταύρος  του  Κων/νου, 22, μαθητής

165) ΣΤΑΥΡΟΥ  Αθανάσιος  του  Δημητρίου, 24, γεωργός

166) ΣΤΑΥΡΟΥ  Αριστείδης  του  Αθανασίου, 31, γεωργός

167) ΣΤΑΥΡΟΥ  Κων/νος  του  Δημητρίου, 22, μαθητής

168) ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΣ  Παναγιώτης  του  Στεργίου, 23, μαθητής

169) ΣΤΟΥΜΠΟΣ  Αθανάσιος  του  Ιωάννη, 28, υπηρέτης

170) ΣΤΟΥΜΠΟΣ  Γεώργιος  του Κων/νου, 21, μαθητής

171) ΣΤΟΥΜΠΟΣ  Γεώργιος  του  Νικολάου, 24, γεωργός

172) ΣΤΟΥΜΠΟΣ  Δημήτριος  του  Ιωάννη, 21, μαθητής

173) ΣΤΟΥΜΠΟΣ  Ζαχαρίας  του  Γεωργίου, 26, γεωργός

174) ΣΤΟΥΜΠΟΣ  Ηλίας  του  Ιωάννη, 25, γεωργός

175) ΣΤΟΥΜΠΟΣ  Ιωάννης  του  Νικολάου, 26, γεωργός

176) ΣΤΟΥΜΠΟΣ  Νικόλαος  του  Γεωργίου, 41, γεωργός

177) ΣΤΟΥΜΠΟΣ  Χαράλαμπος  του Μιχαήλ, 22, μαθητής

178) ΣΤΟΥΜΠΟΣ  Χαράλαμπος  του  Νικολάου, 22, μαθητής

179) ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ  Γεώργιος  του  Τριαντάφυλλου, 32, γεωργός

180) ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ  Δημήτριος  του  Δημητρίου, 24, γεωργός

181) ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ  Δημήτριος  του  Ιωάννη, 24, γεωργός

182) ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ  Ευθύμιος  του  Τριαντάφυλλου, 28, γεωργός

183) ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ  Κων/νος  του  Δημητρίου, 26, γεωργός

184) ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ  Χαράλαμπος  του  Τριαντάφυλλου, 34, γεωργός

185) ΤΣΑΝΤΙΛΗΣ  Ιωάννης  του  Αθανασίου, 27, γεωργός

186) ΤΣΑΝΤΙΛΗΣ  Παναγιώτης  του  Αθανασίου, 26, μαθητής

187) ΥΦΑΝΤΗΣ  Βασίλειος  του Ιωάννη, 23, γεωργός

188) ΥΦΑΝΤΗΣ  Κων/νος  του  Αντωνίου, 27, γεωργός

189) ΥΦΑΝΤΗΣ  Μιχαήλ  του  Γεωργίου, 37, γεωργός

190) ΥΦΑΝΤΗΣ  Χαράλαμπος  του  Αντωνίου,  24, μαθητής

191) ΥΦΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ  Δημήτριος  του  Γρηγορίου, 26, γεωργός

192) ΥΦΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ  Θωμάς  του  Γεωργίου,  30, γεωργός

193) ΧΑΛΙΜΟΥΡΔΑΣ  Απόστολος  του  Κων/νου, 26, εύζων

194) ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΠΟΥΛΟΣ  Γεώργιος  του  Χαραλάμπους,  47, γεωργός

195) ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΠΟΥΛΟΣ  Δημήτριος  του  Γεωργίου, 22, ποιμήν

196) ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΠΟΥΛΟΣ  Χαράλαμπος  του  Γεωργίου, 22,  μαθητής

197) ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ  Βασίλειος  του  Νικολάου, 26, γεωργός

198) ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ  Γεώργιος  του  Νικολάου, 23, γεωργός

199) ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ  Κων/νος  του  Νικολάου, 22, μαθητής

200) ΨΕΥΤΗΣ  Γεώργιος  του  Παναγιώτη, 25, γεωργός

201) ΨΕΥΤΗΣ  Θεόδωρος  του  Παναγιώτη,26, γεωργός

202) ΨΕΥΤΗΣ  Νικόλαος  του  Παναγιώτη, 22, μαθητής

203) ΨΥΤΤΑΣ  Βασίλειος  του  Αθανασίου, 26, γεωργός                                                                      

………………………………………………………………………………………………………

Η ΑΝΤΙΔΙΚΙΑ ΤΟΥ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ ΜΕ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΓΙΑ ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΔΙΟΝΥΣΟΥ

Το 1862 ο Ιωάννης Μακρυγιάννης είναι 67 χρόνων και «νεκρός άταφος», όπως έγραψε ο Τιμ. Φιλήμων. Δέκα χρόνια νωρίτερα είχε κατηγορηθεί για συνωμοσία εναντίον του Όθωνα και προφυλακίστηκε. Τον έριξαν στις υγρές φυλακές του Μενδρεσέ, όπου οι πληγές που είχε στο κορμί του αφόρμισαν. «Διεβιβρώσκετο υπό παντοειδών σκωλήκων», όπως έγραψε ο Αναστάσιος Γούδας. Δικάστηκε, καταδικάστηκε σε θάνατο διʼ απαγχονισμού, η ποινή του μετατράπηκε σε ισόβια με διαταγή του ʽΟθωνα και αργότερα σε κάθειρξη δέκα ετών. Τελικά αποφυλακίστηκε με μεσολάβηση του Δημητρίου Καλλέργη τον Σεπτέμβριο 1854, αλλά με πολύ κλονισμένη την υγεία του και εξαιρετικά αδύναμο τον οργανισμό του. Η φροντίδα της οικογένειάς του και οι πρόθυμες υπηρεσίες που του πρόσφεραν γιατροί της πόλης δεν αρκούσαν για να επανέλθει σε φυσική κατάσταση. Εξάλλου, είχε στερηθεί τους βαθμούς και κάθε αποδοχής. Διέθετε όμως σημαντικότατη ακίνητη περιουσία, από την οποία ποριζόταν τα προς το ζην και προσπαθούσε να τη διατηρήσει για να προικίσει τα κορίτσια του. Την καλλιέργεια των κτημάτων του είχε αναθέσει σε επίμορτους καλλιεργητές, οι οποίοι έπαιρναν ένα σημαντικό μέρος της σοδειάς για να δώσουν το υπόλοιπο στον Μακρυγιάννη. Για τη περίοδο αυτή της ζωής του Μακρυγιάννη γράφει ο Βλαχογιάννης: “Ο δε βασιλεύς Όθων, όστις άλλως εγνώριζε την προς το εαυτού πρόσωπον λατρείαν του Μακρυγιάννη και το προς την βασιλικήν αρχήν άπειρον σεβασμόν…ουδέποτε συνεχώρησε τον Αρχισυνωμότην του 1843…Από του Αυγούστου ή Σεπτεμβρίου 1851 ο Μακρυγιάννης ετέθη υπό περιορισμόν εν τη οικία αυτού. Ο περιορισμός δε ούτος βραδύτερον, μετά την καταγγελίαν του Ν. Στεφανίδου, κατέστη αυστηρότατος…Την 13 Απριλίου εφυλακίσθη ούτος εν ιδιαιτέρω δωματίω της οικίας αυτού…Την 15 Αυγούστου μετήχθη ο Μακρυγιάννης, καίτοι δεινώς πάσχων, εις τας φυλακάς του Μενδρεσέ. Μετά τινας ημέρας ο μοίραρχος Πτολεμαίος μετέβη παρά τω Μακρυγιάννη, ον εύρε προσευχόμενον, και διακόψας αυτόν αποτόμως διέταξε να ετοιμασθεί ίνα οδηγηθεί εις το στρατιωτικόν νοσοκομείον. Παρακαλούντα δε τον Μακρυγιάννην να επιτραπεί αυτώ ίνα περατώσει την προσευχήν αυτού ο ωμός και αδυσώπητος Πτολεμαίος ερράπισεν αυτόν. Εκ του νέου αυτού δεσμωτηρίου ωδηγήθη εις το στρατοδικείον ίνα δικασθεί την 16ην Μαρτίου. Ο Στρατηγός Μακρυγιάννης μετά του λοχαγού της φάλαγγος Ιω. Σούλη κατηγορήθηκαν επί συνωμοσία σκοπόν εχούση τον θάνατον του βασιλέως Όθωνος…Ολόκληρος η διαδικασία ανεπτύχθη επί των καταθέσεων του μάρτυρος Ν. Στεφανίδου…Και ο Μακρυγιάννης κατεδικάσθη εις θάνατον…ο δε Σούλης ηθωώθη…Η απόφασις εξεδόθη δια ψήφων έξ κατά μιας αθωωτικής…Η ποινή του θανάτου μετεβλήθη συντόμως εις ισόβια δεσμά, βραδύτερον δε ταύτα ηλαττώθησαν εις εικοσαετή, και δεκαετή την 25 Ιανουαρίου 1854. Μόνον δε την 2 Σεπτεμβρίου του έτους τούτου…κατωρθώθη ν’ απαλλαγεί τελείως ο δυστυχής Μακρυγιάννης”. Ο Βλαχογιάννης συνεχίζει με μια επιστολή του ίδιου του Μακρυγιάννη: “…Αφού με λευτέρωσαν και πήγα εις το χαλασμένο μου σπίτι και εις τη ταλαίπωρή μου οικογένεια…μ’ ανάδωσαν και οι πληγές, την μία Λαμπρή επέρσι και την Λαμπρή οπού πέρασε πάγει δύο χρόνια τώρα…πήγα εις την σπηλιά οπούναι εις το περιβόλι μου να ξανασάνω…και με το στανιό και ακουμπώντα με το ξύλο έσωσα εκεί, μου ρίχνουν πέτρες και με χτυπούν και μαγαρισιές ανθρώπινες απάνω μου…Και μ’ ανοίγουν τόσες νέες πληγές από τα χτυπήματα κι’ από τα αγκυλώματα και με πάγει ως την σήμερον το όμπυον, και αίμα από μπροστά και από πίσω, εσάπισα, εσκουλήκιασα…”.Η σύντομη αυτή αφήγηση παρουσιάζει το σκηνικό της σύγκρουσης του Μακρυγιάννη και της οικογενείας του κατ’ όνομα με το Ελληνικό Δημόσιο κατ’ ουσίαν όμως με τον Όθωνα και τη κυβέρνησή του.
ΚΑΛΛΙΕΡΓΙΕΣ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΛΗ. Τα περισσότερα κτήματά του, ο Μακρυγιάννης, τα είχε εντός της Αττικής και, χρόνο με το χρόνο, το χώμα της έδινε όλο και λιγότερα.

Untitled-2

Το κτήμα του Μακρυγιάννη δίπλα στις στήλες του Ολυμπίου Διός γύρω στο 1870. Makriyiannis’s estate at the foot of Acropolis around 1870.

Όσο δύσκολο και αν είναι να το φανταστούμε, ένα από τα χωράφια που καλλιεργούσε ακόμη και μετά την επανάσταση ένας τέτοιος επίμορτος καλλιεργητής ήταν στη νοτιοδυτική πλευρά της Ακρόπολης. Στην περιοχή όπου από το 1838 είχαν ξεκινήσει οι εργασίες για την αποκάλυψη του αρχαίου θεάτρου του Διονύσου. Εργασίες που διήρκεσαν περίπου έναν αιώνα, ανάλογα με τις εκάστοτε δυνατότητες χρηματοδότησης εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου. Το 1862 είναι μία από τις αποδοτικές χρονιές για το ζήτημα των ανασκαφών. Οι Έλληνες παρακολουθούν, σχεδόν καθημερινά τις ανακοινώσεις των αρχαιολόγων για διάφορα ευρήματα, όπως τα εγχάρακτα εδώλια. Ιστορικοί, λεξικογράφοι και πολλοί δημοσιογράφοι προσπαθούν ενθουσιασμένοι να ερμηνεύσουν τις διάφορες επιγραφές.
Τα πλούσια ευρήματα ξεσηκώνουν πανστρατιά και συγκίνηση και σύμφωνα με την εφημερίδα του Φιλήμονα τα χώματα κάτω από την Ακρόπολη «υπισχνούνται νʼ αποκαλύψωσιν εν των περιεργοτέρων μνημείων των Αθηνών και να διαχύσουν ικανόν φως επί της αρχιτεκτονικής των θεάτρων της αρχαιότητος». Βέβαια το κόστος για να έρθουν στην επιφάνεια οι πολύτιμοι αυτοί θησαυροί ήταν υψηλό, αφού οι ανασκαφές έφθαναν σε βάθος πέντε και έξι μέτρων. Οπότε άρχισε έρανος από τον Δήμο Αθηναίων, ιδιώτες αλλά και ομογενείς του εξωτερικού. Έτσι εξασφαλιζόταν ένα σημαντικό ποσό για τη συνέχιση των ανασκαφών προς το μεσημβρινοανατολικό μέρος «εντεύθεν του τόξου των εδωλίων όπου η σκηνή και η θυμέλη» ως κεραυνός εν αιθρία δημοσιευόταν η είδηση πως ο ιδιοκτήτης της περιοχής ζητούσε με δικαστικά μέτρα να σταματήσουν οι ανασκαφές. Προκαλούσε όμως ταυτόχρονα μεγάλη εντύπωση το γεγονός ότι ο ιδιοκτήτης της γης, δηλαδή ο Ιωάννης Μακρυγιάννης προχώρησε σε δικαστικές ενέργειες διότι δεν είχε ζητηθεί η άδειά του και δεν είχε αποζημιωθεί για τη γη του από το Ελληνικό Δημόσιο. Η παρέμβαση οδήγησε σε καθυστερήσεις των ανασκαφών της αρχαιολογικής εταιρείας, αλλά ήταν και ένας από τους λόγους που αποχώρησε από τις ανασκαφές ο Γερμανός αρχιτέκτονας J. H. Strack, ο οποίος είχε αρχίσει σταδιακά να αποκαλύπτει το θέατρο. Η υπόθεση εκδικάσθηκε στο Ειρηνοδικείο, το οποίο απέρριψε το αίτημα του Μακρυγιάννη και διέταξε τη συνέχιση των ανασκαφών. Έτσι η πρώτη συστηματική ανασκαφική έρευνα πραγματοποιείται το 1862 από τον αρχαιολόγο Θ. Ρουσσόπουλο σε συνεργασία πάντα με το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο.

image001

Το θέατρο του Διονύσου στους πρόποδες της Ακρόπολης, Dionysos Theater at the foot of Akropolis.

Η “ΚΟΝΤΡΑ” ΜΕ ΤΟ ΠΑΛΑΤΙ.  Η στάση της οικογένειας Μακρυγιάννη δεν πρέπει να θεωρηθεί ξεκομμένη από τις γενικότερες εξελίξεις. Από τον Ιανουάριο εκείνης της χρονιάς, όταν ξέσπασαν τα αποκαλούμενα «Ναυπλιακά», δηλαδή η μεγαλύτερη και πιο αιματηρή στάση που έγινε επί Οθωνος και τερματίστηκε με εκστρατεία και τακτική πολιορκία του Ναυπλίου. Αξιωματικοί, πολιτικοί κρατούμενοι στο Ναύπλιο και εκατοντάδες νέοι εθελοντές ξεσηκώθηκαν εναντίον του Όθωνα. Η κυβέρνηση του Α. Μιαούλη κινητοποίησε χιλιάδες και κατόρθωσε να καταστείλει τη στάση. Βέβαια είναι γνωστή η συνέχεια, αφού λίγους μήνες αργότερα ο πρώτος βασιλιάς Οθων έπαιρνε το δρόμο για την πατρίδα του κάτω από το βάρος των μεγάλων λαϊκών αντιδράσεων. Ανάμεσα σʼ εκείνους που συνελήφθησαν ως πρωτεργάτες για τα «Ναυπλιακά» ήταν και ο γιός του στρατηγού Μακρυγιάννη, ο επίσης στρατιωτικός Όθων Μακρυγιάννης. Τραγική ειρωνεία της τύχης τον είχε βαφτίσει και του είχε δώσει το όνομά του ο βασιλιάς Όθων μόλις πάτησε το πόδι του στο Ναύπλιο.
Ο Όθων Μακρυγιάννης ήταν ο πραγματικός διαχειριστής της πατρικής περιουσίας και ο εντολέας των δικαστικών ενεργειών που εξελισσόταν την ίδιες ημέρες που είχαν ξεσπάσει τα «Ναυπλιακά». Η σύγκρουση της οικογένειας Μακρυγιάννη με το Παλάτι ήταν μετωπική. Πάντως, η περιπέτεια εκείνη έληξε με πλήρη αποζημίωση που καταβλήθηκε μερικά χρόνια αργότερα στα μέλη της πολυπληθούς οικογένειάς τους.
ΑΠΕΒΙΩΣΕΝ ΥΠΟ ΓΕΝΙΚΗΣ ΑΤΡΟΦΙΑΣ.  O Ιωάννης Μακρυγιάννης παντρεύτηκε την Αθηναία Αικατερίνη Σκουζέ, δευτερότοκη κόρη του Γεωργαντά Σκουζέ, με την οποία παντρεύτηκαν καταμεσής της Επανάστασης (1825) και απέκτησαν δέκα γιούς και δύο κόρες. Εξ αυτών επιβίωσαν τα έξι αγόρια και τα δύο κορίτσια, τα οποία απόλαυσαν τους καρπούς της περιουσίας που τους άφησε ο μεγάλος αγωνιστής. Υπήρξαν δε και περιπτώσεις που η μεγάλη αυτή κτηματική περιουσία βρέθηκε στο επίκεντρο σκανδάλων και συζητήσεων. Όσο για τον Στρατηγό, έφυγε από τη ζωή δυο χρόνια μετά την περιπέτεια με το Θέατρο Διονύσου, στις 27 Απριλίου 1864. Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η ληξιαρχική πράξη του θανάτου του Μακρυγιάννη. Στο πλάι της ληξιαρχικής πράξης, η οποία υπογράφεται από τονΚουτσικάρη ως Ληξίαρχη, καταγράφεται ως «Ιωάννης μακρή Γιάννης», αναφορά που αποκαλύπτει από πού προήλθε το επώνυμο του μεγάλου αγωνιστή. Ανάφερει δε η πράξη πως απεβίωσε «ο Αντιστράτηγος Ιωάννης Μακρηγιάννης ετών 68 έγγαμος σύζυγος Αικατερίνης υπό γενικής ατροφίας».Το τοπωνύμιο Μακρυγιάννη, που δόθηκε σε μια ολόκληρη περιοχή των Αθηνών, έμεινε να θυμίζει την περιοχή όπου κατοικούσε και είχε μέρος των κτημάτων του, ενώ ο ανδριάντας του κάτω από την Ακρόπολη και κοντά στο Θέατρο του Διονύσου, στον πεζόδρομο της Διονυσίου Αρεοπαγίτου θυμίζει τη μεγάλη προσφορά του στην απελευθέρωση της Ελλάδας.

IMG

Ο Μακρυγιάννης νεκρός, 1864. Makriyiannis dead, 1864.

 

Βιβλιογραφία:

1. Ελευθέριος Σκιαδάς, ηλεκτρονική εφημερίδα mikros romios.
2. Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη.
3. ΑΘΗΝΑ, Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος.

Συνεργασία Κωνσταντίνου Π. Σαΐτη

……………………………………………………………………………………………

ΚΙΤΣΟΣ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ-ΜΑΛΤΕΖΟΣ

Untitled-1

Εδώ παρουσιάζουμε κάποια στοιχεία από την ιστορικά ενδιαφέρουσα ζωή και το δραματικό τέλος του Κίτσου Μαλτέζου-Μακρυγιάννη απόγονου του Αβοριώτη στρατηγού Μακρυγιάννη. Για όσους θέλουν περισσότερα συστήνουμε το βιβλίου του Πέτρου-Μακρή Στάϊκου, “Κίτσος Μαλτέζος, ο αγαπημένος των Θεών”. Τονίζεται ότι η εποχή εκείνη ήταν ταραγμένη και έντονα χρωματισμένη πολιτικά. Εδώ παρουσιάζονται τα στοιχεία για τη ζωή του και το θανατό του από διάφορες πηγές ώστε να δοθεί μια, όσο το δυνατόν, αντικειμενική εξιστόρηση των γεγονότων.

Η γεννεολογία του έχει ως εξής: Ιωάννης Μακρυγιάννης και Αικατερίνη Σκουζέ, ένα από τα παιδιά τους ήταν ο Κίτσος ή Χρήστος Μακρυγιάννης, Η κόρη του Κίτσου ή Χρήστου Μακρυγιάννη Αικατερίνη παντρεύτηκε τον Γεώργιο Μαλτέζο, ο γυιός τους Ιωάννης Μακρυγιάννης-Μαλτέζος παντρεύτηκε τη Φούλα Κωνσταντινίδου, ο γυιός τους ήταν Ο Κίτσος που αλλού αναφέρεται ως Μαλτέζος-Μακρυγιάννης και αλλού ως Μακρυγιάννης-Μαλτέζος.

Ο Κίτσος γεννήθηκε στις 14 Αυγούστου του 1921. Πέρασε δύσκολα παιδικά χρόνια, λόγω των έντονων προστριβών των γονέων του, που τελικά χώρισαν το 1935. Την κηδεμονία του ανέλαβαν ο παππούς του Γεώργιος Μαλτέζος και η γιαγιά του Αικατερίνη, αφού οι γονείς του ήταν ακατάλληλοι.

Σχολείο πήγε στην σχολή Μακρή, οι μαθητές της οποίας προέρχονταν κυρίως από τα μεσαία και υψηλότερα κοινωνικά στρώματα. Από την εφηβική ηλικία ακόμη διαβάζει και επηρρεάζεται από τον Νίτσε. Διαπλάθει έτσι χαρακτήρα που περιφρονεί το φτηνό και το ασήμαντο το ανόητο και το επιφανειακό. Απεχθάνεται το συμβατικό και το υποκριτικό. Φαινόταν να είναι σχετικά απόμακρος και μυστικοπαθής. Είχε όμως, όπως θα δούμε, σαφείς ηγετικές και πνευματικές ικανότητες. Ήταν ανικανοποίητος, τελειομανής, σχετικά παρορμητικός αλλά και με αυτοκαταστροφικές τάσεις.

Το 1938 εντάσσεται στην ΕΟΝ. Είναι αξιοσημείωτο ότι ήταν από τους ελάχιστους μαθητές της σχολής Μακρή που πήγαν στην ΕΟΝ, καθώς αυτή η οργάνωση νεολαίας που ίδρυσε ο Ιωάννης Μεταξάς, στηριζόταν κυρίως σε γόνους εργατών, αγροτών και γενικότερα χαμηλών κοινωνικών στρωμάτων. Γίνεται λοχίτης (κάτι σαν λοχαγός) της ΕΟΝ και ξεχωρίζει για την άψογη εκτέλεση των καθηκόντων του και τις οργανωτικές του ικανότητες.

Τον Οκτώβρη του 1940, λίγες μέρες πριν την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου, ο Μαλτέζος πετυχαίνει στις εισαγωγικες εξετάσεις και μπαίνει στην Νομική. Ζητάει, όπως και πολλοί συνομήλικοί του, να καταταγεί εθελοντής αλλά κανείς τους δεν γίνεται δεκτός λόγω ηλικίας. Αρκείται στην σύνταξη προκηρύξεων και στο μοίρασμά τους.

Μετά έρχεται η Κατοχή. Το 1941 πεθαίνουν οι παπούδες του που τον ανάθρεφαν. Μες στον δύσκολο χειμώνα του 1941-42 ο Μαλτέζος αποφασίζει να ενταχθεί σε αντιστασιακή οργάνωση. Εντάσσεται στην ΟΚΝΕ (Ομοσπονδία Κομμουνιστικών Νεολαίων Ελλάδος), που ήταν ουσιαστικά το νεολαιίστικο παράρτημα του ΕΑΜ. Η ένταξη στο ΕΑΜ εκείνη την εποχή δεν ήταν κάτι το παράξενο. Για τα δεδομένα της εποχής κάθε άλλο παρά σπάνιο ήταν. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι από τους πρώτους που κατατάχτηκαν από τη παρέα του Κίτσου ήταν και η Ναταλία Μελά που ο λογοτέχνης Κατσίμπαλης την αποκαλούσε, ίσως χαϊδευτικά, “βασιλοκομουνίστρια”. Το ΕΑΜ ήταν τότε ίσως η πιό οργανωμένη και με κατάλληλο συνωμοτικό μηχανισμό, λόγω ΚΚΕ, επιλογή για αντίσταση ενάντια στο κατακτητή.

Η εξέλιξή του μες στην ΟΚΝΕ είναι ταχύτατη. Αναλαμβάνει καθήκοντα καθοδηγητή για τα νέα μέλη και τον Ιούνιο του 1942 τοποθετείται εκπρόσωπος του Πανεπιστημίου σε μία τριμελή επιτροπή που συντόνιζε τις ενέργειες της ΟΚΝΕ στα πανεπιστημιακά ιδρύματα. Τον αποκαλούν “κόκκινο Τσάρο” και “γιό του Λένιν” χάρη στις ικανότητές του.

Από το φθινόπωρο του 1942 στα πανεπιστήμια έχουν ήδη αρχίσει να διαφαίνεται η αντιπαλότητα μεταξύ των φοιτητικών παρατάξεων. Από την μία πλευρά οι οργανώσεις-παραρτήματα του ΕΑΜ (ΟΚΝΕ, ΕΑΜ Νέων) και από την άλλη οι εθνικές αντιστασιακές οργανώσεις (ΠΕΑΝ, Ιερά Ταξιαρχία κ.α). Ο Μαλτέζος δεν αντέχει να βλέπει τον ενδοελληνικό σπαραγμό με διαρκείς ξυλοδαρμούς, δεν συμφωνεί με την τακτική της ΟΚΝΕ και καταλαβαίνει ότι πλέον οι πρωταρχικοί σκοποί της οργάνωσής του έχουν αλλοιωθεί. Αυτά στα οποία πίστεψε δεν έχουν την παραμικρή ελπίδα πραγμάτωσης. Καταλαβαίνει ότι απλά τον χρησιμοποιούν για να πετύχουν στόχους που δεν έχουν καμμία σχέση με τις δικές του επιδιώξεις. Εκείνος επιθυμεί μία μεγάλη και ελεύθερη Ελλάδα με κοινωνική δικαιοσύνη όπως φαίνεται από το δοκίμιό του “Για την Ελλάδα που Έρχεται” που γράφει και κυκλοφορεί το φθινόπωρο του 1943. Είναι ένα συνοπτικό πολιτικό μανιφέστο. Σε αυτό απορρίπτει την βασιλεία ως ξενόφερτη και βλαβερή για την Ελλάδα, καταδικάζει τόσο τον καπιταλισμό όσο και τον κομμουνισμό και γενικότερα την υλιστική στάση ζωής, τάσσεται υπέρ του κρατικού ελέγχου σε μεγάλες επιχειρήσεις και ιδιαίτερα στις τράπεζες, και είναι υπέρ της προστασίας των μικροϊδιοκτητών

Έτσι, τον Γενάρη του 1943 αποχωρεί από την ΟΚΝΕ. Οι κομμουνιστές, αμέσως μετά την αποχώρησή του, βγάζουν την φήμη ότι είναι ρουφιάνος των Ιταλών, αλλά η κατηγορία αποδεικνύεται αβάσιμη και ψευδής. Η διάθεσή του όμως για δράση είναι ακόρεστη. Τον Μάρτιο του 1943 εντάσσεται στην ΡΑΝ, μία ένοπλη εθνική αντιστασιακή οργάνωση που ιδρύθηκε τον Ιανουάριο του 1943 και το όνομα της παρέπεμπε στις δίκαιες διεκδικήσεις του Ελληνισμού (Ρωμυλία – Αυλών – Νήσοι). Η ΡΑΝ συνεργάζεται στενά με την Χ του Γρίβα, τον ΕΔΕΣ Αθηνών, την ΠΕΑΝ, το Εθνικό Κομιτάτο, την Τρίαινα και άλλες εθνικές οργανώσεις. Ζητεί οπλισμό από τους “Συμμάχους”, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Τελικώς θα αγοράσει κάποια όπλα από τους Ιταλούς όταν πλέον αυτοί αποχωρούσαν τον Σεπτέμβριο του 1943 από την Ελλάδα αφού είχαν συνθηκολογήσει.

Ο Μαλτέζος, γνωρίζοντας πλέον από πρώτο χέρι τις μεθόδους των αριστερών οργανώσεων, τους κατηγορεί ανοικτά για προδοσία του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνος, διαφθορά της νεολαίας, εμφυλιοπολεμική τακτική. Η παρουσία του από μόνη της είναι ικανή για να προσελκύσει αρκετό κόσμο στις εθνικές οργανώσεις, και αυτό δεν αργεί να φανεί στα αποτελέσματα των φοιτητικών εκλογών, που διεξάγονται φυσικά εν μέσω συγκρούσεων με πολλούς τραυματίες εκατέρωθεν.

Την ίδια εποχή, οι εμφύλιες διαμάχες κλιμακώνονται, τόσο στα βουνά, όσο και στην Αθήνα. Οι συγκρούσεις είναι σχεδόν καθημερινό φαινόμενο. Οι αριστεροί νεολαίοι πλέον έχουν συνταχτεί στην ΕΠΟΝ, η οποία ελέγχεται εξ’ολοκλήρου από το ΕΑΜ. Στα Πανεπιστήμια δραστηριοποιείται ενεργά ο ΕΣΑΣ (Εθνικός Σύνδεσμος Ανωτάτων Σχολών), μία φοιτητική οργάνωση με ξεκάθαρη αντικομμουνιστική και αντιδεξιά πολιτική γραμμή. Οι περισσότεροι φοιτητές από τις εθνικές οργανώσεις, μαζί και ο Μαλτέζος, εντάχθηκαν στον ΕΣΑΣ.

Στις 11 Ιανουαρίου του 1944, Άγγλοι και Αμερικανοί βομβαρδίζουν τον Πειραιά, για να δυσκολέψουν τον ανεφοδιασμό του Ρόμμελ στη Βόρειο Αφρική. Παρενθετικά αναφέρουμε ότι ο βομβαρδισμός έγινε μέρα και τα ιπτάμενα φρούρια έκαναν βόλτες πάνω από τη πόλη για προειδοποίηση στους κατοίκους. Δυστυχώς αυτό δεν έγινε αντιληπτό ή ο χρόνος δεν επαρκούσε με αποτέλεσμα εκατοντάδες νεκρούς και τραυματίες. Ο ΕΣΑΣ κινητοποιείται άμεσα και αναλαμβάνει την περίθαλψη των τραυματιών στον χώρο του Πολυτεχνείου, του Πανεπιστημίου κ.α. Ο Μαλτέζος έχει ενεργό συμμετοχή, κινητοποιεί πολύ κόσμο και για μία ακόμη φορά αποδεικνύει τις ηγετικές και οργανωτικές του ικανότητες. Οι αριστερές οργανώσεις μένουν στο περιθώριο και βλέπουν τις εθνικές οργανώσεις, με ηγέτη τον Μαλτέζο (τον πρώην “δικό” τους) να κυριαρχούν. Αντιλαμβάνονται ότι πλέον πρέπει να βγει από την μέση. Αποφασίζεται η εκτέλεσή του. Στο όργανο που επικύρωσε την απόφαση της εκτέλεσης συμμετείχαν (σύμφωνα με άρθρο του περιοδικού “Πολιτικά Θέματα”) και οι: Κώστας Αξελός, Ιωάννης Σπράος (οικονομικός σύμβουλος του Κωνσταντίνου Σημίτη) και ο Άδωνις Κύρου.

Ο κύριος οργανωτής της εκτέλεσής του ήταν ο φανατικός κομμουνιστής Άδωνις Κύρου, γόνος μίας μεγάλης και εύπορης αθηναϊκής οικογένειας. Ο πατέρας του, Αχιλλέας Κύρου ήταν εκδότης της γνωστής συντηρητικής εφημερίδας “Εστία”. Η εκτέλεση του Μαλτέζου ανατίθεται στα αδέλφια Μικέ και Διονύση Κουρουνιώτη, μέλη του ΕΛΑΣ Σπουδάζουσας (ένοπλο φοιτητικό παράρτημα του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ). Τον εκτελούν στις 1η Φεβρουαρίου 1944, με την βοήθεια και άλλων δύο κομμουνιστών μπροστά στο άγαλμα του Βύρωνα στο Ζάπειο. Ήταν μόλις 23 ετών.

Η κηδεία του γίνεται την επόμενη μέρα και πλήθος κόσμου συρρέει για να τον τιμήσει. Μετά την κηδεία του, το εξοργισμένο πλήθος, παθιασμένο για εκδίκηση επιτίθεται στο Χημείο όπου βρίσκονται οι ΕΠΟΝίτες. Γίνονται ανελέητες συγκρούσεις και οι ΕΠΟΝίτες διαλύονται στους γύρω δρόμους.

Ο Μικές Κουρουνιώτης όμως δεν κατάφερε να διαφύγει και πιάστηκε λίγο παρακάτω από το τόπο της εκτέλεσης και μεταφέρθηκε στην Ασφάλεια. Σε λίγες μέρες όμως παραδόθηκε στους Γερμανούς. Φημολογείται ότι αυτό έγινε για να σταματήσει η υπόθεση εκεί αφού εμπλέκονταν πρόσωπα της “καλής” κοινωνίας όπως ο Άδωνις Κύρου. Υπάρχει και άλλη εκδοχή ότι δεν γινόταν να αποκρυβεί η σύλληψη του εκτελεστή από τους Γερμανούς γιατί ο Κίτσος ήταν πολύ γνωστός και η εκτέλεσή του προκάλεσε αίσθηση. Οι Γερμανοί πολύ σύντομα εκτέλεσαν τον Μικέ Κουρουνιώτη για παράνομη οπλοφορία.

Σε λίγο καιρό, σε αντίποινα, έγινε απόπειρα εκτέλεσης του Άδωνι Κύρου που γλύτωσε σοβαρά τραυματισμένος. Τελικά τον έσωσε φυγαδευοντάς τον στη κατεχόμενη Γαλλία ο Ιωάννης Βουλπιώτης (Για την αμφιλεγόμενη προσωπικότητα του Βουλπιώτη βλέπε το βιβλίο της κόρης του Ιζαμπέλλας Παλάσκα “Άγγελος ή Δαίμονας-Ο αμφιλεγόμενος Πατέρας μου”, εκδόσεις Λιβάνη). Τον Κύρου καταδίωκε η Ειδική Ασφάλεια και οι Γερμανοί ως ηθικό αυτουργό της εκτέλεσης του Κίτσου. Στη Γαλλία θα διαπρέψει ως σκηνοθέτης. Πέθανε το 1985.

Ο Μαλτέζος ήταν από τα πλέον προικισμένα παιδιά της γενιάς του, της γενιάς του ’40. Η ζωή του ήταν γεμάτη δράση και αναζήτηση. Συνδύαζε με τον κατάλληλο τρόπο την προσήλωση στην Πατρίδα με τις αντιπλουτοκρατικές κοινωνιστικές του απόψεις. Επηρεάστηκε, όπως οι περισσότεροι συνομήλικοί του, από τα μεγάλα ευρωπαϊκά κινήματα του Μεσοπολέμου χωρίς όμως ποτέ να διαπράξει το λάθος της ξενομανίας και του μιμητισμού. Οραματιζόταν μία νέα Ελλάδα, απαγκιστρωμένη πλέον από το διεφθαρμένο προπολεμικό κατεστημένο.

Ήταν αδέσμευτος. Η Αριστερά και η Δεξιά τον αγνόησαν. Στο τόπο της εκτέλεσής του, μπροστά στο άγαλμα του Βύρωνα στο Ζάπειο, δεν μπήκε ποτέ πινακίδα αναφοράς του γεγονότος ενώ ο εκτελεστής του αναφέρεται ως αντιστασιακός φοιτητής στο τιμητικό κατάλογο στο κεντρικό κτίριο του Πανεπιστημίου Αθηνών τρίτος στη σειρά.

Για τη φλογερή προσωπικότητα του Κίτσου Μακρυγιάννη-Μαλτέζου έχουν γραφτεί δύο έργα: Η τριλογία “Το Χρονικό μιας Σταυροφορίας” από τον Ρόδη Ρούφο, φίλο του και συμμαχητή του, στα μέσα της δεκαετίας του 1950. Το δεύτερο, “Τειχομαχία”, ιστορικό μυθιστόρημα του Θεόφιλου Φραγκόπουλου. Ακόμα ο Νίκος Πολίτης έχει γράψει για τον Κίτσο Μαλτέζο το “Μοιρολόγι της Λεωφόρου Αμαλίας”.

Κλείνοντας παρουσιάζουμε ένα ποίημά του (Νέα Εστία τχ 711).

ΒΡΑΔΥΝΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ

Καθώς η νύχτα μαύρη κατεβαίνει
Γεμίζουνε σκοτάδια την ψυχή μου.
Ζητώ να λυτρωθώ απ’ τη ζωή μου
και δεν μπορώ…
Κύριε, Κύριε,
Σαν έρχεται παρήγορη η νύχτα
Σε ποιόν να πώ τη προσευχή μου;
Ποιό είναι τ’ αυτί που θα μ’ ακούσει
Και σε τι χέρια ν’ ακουμπήσω τη ψυχή μου;
Σαν το καπνό αμαρτωλής θυσίας
Στο άπειρο θα χάνεται η παράκλησή μου.
Κρίμα! Δεν έχω δύναμη να σου ζητήσω
Τίποτ’ από τα τόσα που βαραίνουν στη ζωή μου,
Απ’ όσα πόθησα να τ’ αποχτήσω,
Απ’ όσα θέλησα να λυτρωθώ,
.  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .
Στους άλλους όταν έρχεται παρήγορη η νύχτα
Θερμά ζητώ να σου προσευχηθώ:
Κύριε, Κύριε
Τι να σου πω και τι να σου ζητήσω

ΚΙΤΣΟΣ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ-ΜΑΛΤΕΖΟΣ

29 Φεβρουαρίου 1940

 

KITSOS MALTEZOS-MAKRIYIANNIS

 

Kitsos Makriyiannis (1921-1944) was the great gran-gran son of General Makriyiannis. He was a student of Athens University Law School and a politically very active person shortly before and during the German occupation of Greece. He was also a poet. He was an idealist and believed in social justice. Before the war he was a member of the Metaxa’s Youth which was ultra right-wing. During the occupation he joined an organization of EAM, the leftist resistance organization controlled by the Communistic Party of Greece. After some time disappointed he left and joined ΡΑΝ a right wing resistance organization. Because he had influence this was considered treason and it was decided that he should die. He was shot in Zappion square in February 1944. He was 23 years old. One of his assassins was apprehended and in order to avoid further investigation which would disclose persons of high society involved was quickly turned over to Germans. One of the persons that decided on his fate was Adonis Kyrou a later well known movie director who after this lived all his life in Paris, France. The Germans shot the assassin on the charge of illegal weapon possession. The ironic fact is that the name of this person is third in line in the official list of resistance students that lost their lives in the struggle against German occupation. The list is in the Official Ceremony Room of the University of Athens.

……………………………………………………………

ΜΙΣΘΩΣΙΣ ΖΩΩΝ

Στο τμήμα αυτό παρουσιάζουμε ένα παλαιό μισθωτήριο ζώων. Είναι ενδιαφέρον γιατί παρουσιάζει μια ξεχασμένη εποχή όπου η κατοχή ζώων ακόμα και από κατοίκους του χωριού που δεν ήταν βοσκοί ήταν ανάγκη και πως λυνόταν το πρόβλημα από τους μη βοσκούς. Ακόμα μαθαίνουμε και τις σχετικές τιμές της εποχής.

 μίσθωση ζώων01

 

μίσθωση ζώων02

Μίσθωσις ζώων
Αριθ. 574

Εν Παλαιοκατούνω και εν τη οικία του Αθανασίου Σακαρέλου σήμερον την εβδόμην του μηνός Σεπτεμβρίου του χιλιοστού οκτακοσιοστού ογδοηκοστού εβδόμου έτους ημέραν Κυριακήν ενεφανίσθησαν ενώπιον εμού του συμβολαιογραφούντος ειρηνοδίκου Κροκυλείου ……, Ντελοπούλου κατοίκου Πλατάνου εδρεύοντι εν Πενταγιοίς και μεταβάντος ενταύθα δι’ υπηρεσίαν παρουσία και των γνωστών μοι και εχόντων τα νόμιμα προσόντα μαρτύρων Λάμπρου Γραβάνη και Θεοδώρου Μαυραγάνη αμφοτέρων γαιοκτημόνων και κατοίκων Παλαιοκατούνου οι απ’ ευθείας γνωστοί εμοί τε και τοις μάρτυσι και άσχετοι μεθ’ όλων συγγενείας Νικόλαος Κούτουλας και Ιωάννης Παγώνης αμφότεροι γεωργοκτηματίαι κάτοικοι Παλαιοκατούνου και εδήλωσαν ότι ο πρώτος Νικόλαος Κούτουλας παρέδωκε εις τον δεύτερον Ιωάννην Παγώνην ούτος δε παρέλαβε παρ’ εκείνου τεσσαράκοντα αιγοπρόβατα διαφόρου γένους και ηλικίας ήτοι δύο κριούς τριετείς, δύο ομοίους διετείς, τέσσαρα ομοίως μηλιόρια, επτά προβατίνας τεσσάρων αρνιών, εξ’ ομοίως τριτόγενναι, πέντε ομοίως δευτερόγενναι, δύο ομοίως πρωτόγενναι, έξι ομοίως μηλιόραι, δέκα ομοίως ζυγούραι, δύο ζυγούρια άρρενα και δύο προβατίνας εξ (6) αρνιών ως κεφαλιακά (σιδεροκέφαλα) επι τρία συνεχή έτη αρχόμενα από σήμερον και επ’ι τη λήξει των οποίων ο Παγώνης υπόσχεται να παραδώση εις τον Κούτουλα έτερα ισάριθμα πρόβατα της αυτής ηλικίας και γένους και εν καλή καταστάσει. Λόγω δε εισοδημάτων των προβάτων τούτων υπόσχεται να παραδίδη εις τον ίδιον Νικόλαον Κούτουλαν κατά Μάϊον εκάστου έτους τεσσαράκοντα οκτώ οκάδες μαλλίων καλής ποιότητος της εκλογής του Κούτουλα ή να πληρώνει την αξίαν αυτών προς δραχμάς δύο και λεπτά πεντήκοντα την οκάν ως προσέτι τρία σφαχτάρια αρνιά ή την αξίαν των πρός δραχμάς έξ έκαστον. Ότι πάσα απώλεια ή φθορά των προβάτων επιβαρύνει τον Παγώνην……, θεομηνία. Ούτος δε θέλη πληρώνη και πάντας τους φόρους η αξία δε των προβάτων υπελογίσθη εις δραχνάς πεντακοσίας ογδοήκοντα οκτώ (588). Δι’ ο συνετάχθη το παρόν όπερ αναγνωσθέν και βεβαιωθέν υπογράφεται παρ’ όλων και εμού εκτός του συμβαλλομένου Ιωάννη Παγώνη ομολογήσαντος άγνοιαν γραμμάτων.

 

CONTRACT ON ANIMALS

 

This is a contract of 1887. In this Nikolaos Koutoulas who had sheep and goats but was not a shepherd draws a contract with Ioannis Pagonis who was a shepherd. Witnesses are Lambros Gravanis and Theodoros Mavraganis. According to the contract Nikolaos Koutoulas gives to Ioannis Pagonis forty goat and sheep to keep with his herd. The animals are described by age and the female sheep by the number of births. The duration of the contract is for three years. At the end of this period Ioannis Pagonis undertakes the obligation to return the equivalent number of animals of the same age and value. In the meantime he must pay the owner every year forty eight okas of wool and three slaughter lambs or the money equivalent. The prices stated are two and a half drachmas per oka of wool and six drachmas per lamb. Risks for losses due to bad weather and taxes are the responsibility of Ioannis Pagonis. It is signed by witnesses and Nikolaos Loutoulas. Ioannis Pagonis did not sign because he was illiterate.

……………………………………………………………

ΑΠΟ ΤΑ ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΛΙΔΩΡΙΚΗ

Σχόλια, σύνθεση: Παρασκευάς Αθ. Μπακαρέζος.
Δακτυλογράφηση: Νότα Κυριαζή.

Τα απομνημονεύματα του συγχωριανού μας Αθανασίου Λιδωρίκη δεν είναι ευρύτερα γνωστά. Αυτός είναι ο λόγος που εδώ παρουσιάζουμε κάποια αποσπάσματα. Τα απομνημονεύματα αυτά δεν είναι σπουδαία και δεν συγκρίνονται από καμιά άποψη με τα απομνημονεύματα του Ι. Μακρυγιάννη. Απλώς παρουσιάζουν ιστορικό ενδιαφέρον Μαθαίνουμε από ένα Κροκυλιώτη π.χ. τι έτρωγε ο Αλή Πασάς. Ακόμα είναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι και οι δύο γνωστότεροι Κροκυλιώτες της Επανάστασης έγραψαν, ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλον, απομνημονεύματα. Αρχίζουμε με τη περιγραφή από τον Λιδωρίκη των γευμάτων του Αλή Πασά. Ακόμα, τα απομνημονεύματα αυτά παρουσιάζουν ενδιαφέρον και για το ότι σκιαγραφούν, κατά κάποιο τρόπο, τη προσωπικότητα του Αλή στη δικαιοδοσία του οποίου υπαγόταν και η περιοχή του Κροκυλείου. Στη παρουσίαση αυτή ακολουθείται η γλώσσα και η ορθογραφία του πρωτοτύπου εκτός από τον τονισμό που είναι μονοτονικός.

Ali Pasha

Ο Αλή Πασάς των Ιωαννίνων. Ali Pasha of Ioannina.

«Ο Αλής είχε τα δωματιά του ευρύχωρα, υψηλά και ανοικτά, ηγείρετο λίαν ενωρίς, τον μεν χειμώνα νύχτα, το δε καλοκαίριον περί τα χαράγματα. Ελάμβανε εγειρόμενος δύο μικρούς κυάθους καφφέ άνευ ζακχάρεως και καπνίζων τον ναργιλέν του εκάθητο μέχρις ου ανέτειλεν ο ήλιος και εισήρχοντο οι προς ακρόασιν εις τα διβάνια. Ουδέν έτερον έτρωγε μέχρι της μεσημβρίας, ότε έτρωγε κατά κόρον μόνος πάντοτε, σταυροποδιτί καθήμενος προ τραπέζης χαμηλής αργυράς. Εν πρώτοις τω έφερον τον τσορβάν (σούπαν) εξ ης ελάμβανε δύο ή τρείς κοχλιαριές. Έπειτα το ψητόν ολόκληρον πάντοτε αδηφάγος επιπίπτων και τρώγων υπέρ το μέτρον. Μετά το ψητόν αρνίον, όπερ αδιάσπαστον τω έφερον ως επί το πολύ μικρόν εψημένον επί οβελού. Μετά ταύτα ψητάς όρνιθας και άλλο τι. Προ πάντων υπερηγάπα τα ψητά εκ των οποίων έτρωγεν υπέρ το δέον. Γλυκίσματα δεν ηγάπα. Μόνον δε περί το τέλος του φαγητού, όπερ ήτο το πιλάφιον, έτρωγεν είδος τι κομπόστας, εκ μήλων ή καρυδίων, ηγάπα δε κατ’ εξοχήν τας πήττας και τα μπουρέκια, αποστρεφόμενος τους μπακλαβάδες, χαλβάδες κτλ. Ηγάπα να συνδιαλέγηται τρώγων. Όταν έτρωγε παρεστέκοντο πολλοί υπηρέται και εισήρχοντο και οι έχοντες ανάγκην διακοινώσεως. Μετά το φαγητόν εξηπλούτο επί του σοφά και εκοιμάτο τακτικώς μιαν ώραν. Το εσπέρας ουδέποτε έτρωγεν».

Υπάρχουν και άλλες μαρτυρίες για τις διατροφικές συνήθειες της εποχής και όλες συμφωνούν γενικά με τη περιγραφή του Λιδωρίκη. Μια από αυτές είναι του Άγγλου γιατρού Holland που επισκέφτηκε τα Γιάννενα το 1812. Φιλοξενήθηκε στο αρχοντικό του Μάτζιου. Σαν λεπτομέρεια αναφέρουμε ότι η φιλοξενία γινόταν κατ’ εντολήν του Αλή Πασά και τα έξοδα βάρυναν τον φιλοξενούντα. «Η οικογένεια ξυπνούσε γενικά πρίν από τις οχτώ. Το πρωΐνό τους περιοριζόταν σε ένα ή δύο φλυτζάνια καφέ που συνοδευόταν από ένα δίσκο με γλυκά. Ο σπιτονοικοκύρης…..περνούσε το πρωΐνό του καπνίζοντας ή κάνοντας το περίπατό του….ή κουβεντιάζοντας με επισκέπτες….Το γεύμα γινόταν μεταξύ δώδεκα και μία. Πρίν αρχίσει, μια υπηρέτρια έφερνε τη λεκάνη και μια κανάτα με χλιαρό νερό και σαπούνι για να πλύνουν όλοι τα χέρια τους….Τα φαγητά ήταν συνήθως δέκα ή δώδεκα….Το πρώτο πιάτο ήταν ρυζόσουπα με λεμόνι. Ακολουθούσαν: Αρνί βραστό, αρνί με σπανάκι ή κρεμμύδια και πλούσιες σάλτσες, γιουβαρλάκια, κρέας μαγειρεμένο με λαχανικά, ένα άλλο τούρκικο φαγητό που έμοιαζε με πλατειά επίπεδη πίτα, μια πλούσια και λιπαρή ζύμη παραγεμισμένη με αυγά, χορταρικά και κομματάκια κρέας, αρνί ψητό με σταφίδες και μύγδαλα, βραστό ρύζι με λάδι, ομελέτα, τηγανίτες με αλεύρι και μέλι και γλυκό από αλεύρι, καφέ και αυγά. Και το γεύμα τελείωνε με σταφύλια, σταφίδες και κάστανα. Όλοι έτρωγαν από την ίδια πιατέλα. Ξανάπλεναν τα χέρια τους…. και προχωρούσαν στο λικέρ, τον καφέ και το τσιμπούκι».

Εδώ πρέπει να τονιστεί ότι έτσι έτρωγαν οι αφεντάδες και οι περιγραφές αυτές δεν έχουν καμιά σχέση με τη διατροφή των απλών ανθρώπων της εποχής.
Συνεχίζουμε με ένα απόσπασμα που δείχνει τις σχέσεις του Αλή Πασά με τις ξένες μεγάλες δυνάμεις. Σε σχέση με άλλους οθωμανούς αξιωματούχους που περιφρονούσαν τους Ευρωπαίους ο Αλής θεωρούσε ότι είχε πολλά να μάθει απ’ αυτούς και τους δεχόταν με ευχαρίστηση. Ακόμα καταλάβαινε την απήχηση των βιβλίων των περιηγητών στην Ευρωπαΐκή κοινή γνώμη. Ο Pouqueville έχει γράψει αρκετά και σημαντικά βιβλία για τη ζωή του στην Ελλάδα του 1800.

Greek house

Ελληνικό σπίτι στα Ιωάννινα γύρω στα 1800. Greek house in Ioannina around 1800 A.D.

«Παρά τω Αλή θεωρουμένω ως βασιλίσκου, είχον αι τρείς μεγάλαι δυνάμεις, Αγγλία, Γαλλία και Ρωσσία, προξένους ή μάλλον αντιπρέσβεις. Και ενόσω μεν υπήρχε η μεταξύ Αλή και Ναπολέοντος σχέσις, αφ’ ου όμως εγκατελείφθη υπό της Τουρκίας η μετά του Βοναπάρτου σχέσις, ο Αλής εκολάκευε τον της Αγγλίας, θεωρών μεθ’ υποψίας τον τότε πρόξενον της Γαλλίας Pouqueville. Τον πρόξενον της Ρωσσίας ουδέποτε παρετήρει με ευνοΐκόν όμμα ως αντιπρόσωπον δυνάμεως εχθράς εις το έθνος του. Ο Pouqueville, άνθρωπος δραστήριος και πεπαιδευμένος και συνάμα και ορμητικός μετ’ αγερωχίας εθεώρει τον Αλήν, πολλάκις εναντιούμενος εις τας θελήσεις του και μετά παρρησίας ομιλών. Όταν οι Γάλλοι κατείχον την Επτάνησον, ο τότε διοικητής τω παρήγγειλεν ίνα προμηθεύσει σκεπάσματα (βελέντσας) δια τον στρατόν. . Ο Pouqueville μετέβη εις την έξω των Ιωαννίνων εις την πεδιάδα της Πωγωνιανής συγκροτουμένην τότε εμπορικήν πανήγυριν και αγοράσας τα παραγγελθέντα, έστειλε μετά συνοδείας λαβών και μπουγιουρντί παρά του Αλή, ίνα μη ενοχληθώσι, καθ’ οδόν υπό των οδοφυλάκων. Ο τότε επιστατών εν τη αγορά Αναστάσιος Σαμαρνιώτης εξ Ιωαννίνων, λίαν ευνοούμενος του Αλή, είχε παραγγείλει εις τους οδοφύλακας, ίνα σταματώσει τα φορτόματα και πληρώσωσι τα διόδια, μη λαμβάνοντες υπόψη τα μπουγιουρτιά του Βεζίρη. Οι οδοφύλακες συνέλαβον τα φορτώματα και τα ωδήγησαν μετά των φερόντων εις Ιωάννινα ίνα πληρώσωσι τα κεκανονισμένα διόδια. Τούτο μαθών ο Pouqueville ωργίσθη μεγάλως και μεταβάς εις την οικίαν του Σαμαρνιώτου, άνευ μεγάλων εξηγήσεων τον ερράπισεν εις το πρόσωπον. Ο δαρείς μετέβη παρά χρήμα εις το εν Λιθαρίτσια σεράγιον του Αλή παραπονούμενος δια την διαγωγήν του προξένου, όστις κατά τύχην τότε εισήρχετο και ευθύς είπεν αποτεινόμενος προς τον ωργισμένον Αλήν «τον έδειρα». Ο Αλής απεκρίθη «Πουκβίλ όποιος δέρνει τον δέρνουν, αυτά δεν σου περνούν εδώ». Ο Πουκεβίλ απήντησε «θα μου περάσουν αυτά και άλλα και εδώ και εις την Πόλιν» και αφήσας έκπληκτον και λυσσώντα τον Αλή, αγερώχως εξήλθεν. Ο Αλής προ πολλού είχε μάθει ότι ο Πουκεβίλ έγραφεν εις την κυβέρνησίν του κατ’ αυτού. Κατώρθωσεν ίνα δωροδοκήση τον ταχυδρόμον του (τάταρην) όστις όταν ελάμβανε τα έγγραφα του Πουκεβίλ τα έφερε εις τον Αλήν. Ημείς δ’ επιτηδείως απεσφραγίζαμεν, αντεγράφομεν και ανασφραγίζοντες άνευ σημείων καταδηλώσεως τω τα εδίδαμεν και τα έφερε. Επειδή όμως όλα τα έγγραφα εκείνα εγγράφοντο δι’ αριθμών, είχομεν σωρούς, χωρίς να δυνηθώμεν και ν΄αναγνώσωμεν. Ο Πουκεβίλ είχεν έναν υπηρέτην και μιαν υπηρέτριαν εξ Ιωαννίνων. Τούτους ο Αλής είχεν ως κατασκόπους, ίνα τω αναφέρωσι τας πράξεις του Γάλλου. Εμάθομεν ότι όταν έγραφεν μετεχειρίζετο διπλωματικόν πίνακα πλήρη αριθμών, ον ελάμβανε υπ’ όψει όταν έγραφεν. Αλλά πώς να δυνηθώμεν και λάβωμεν την διπλωματικήν εκείνην κλείδα;Μετά πολλάς σκέψεις ο Αλής προσεκάλεσε την υπηρέτριαν και τη ανέθηκεν ίνα ωφελουμένη ευκαιρίας, λάβη την κλείδα του συρταρίου, εν ω ο Πουκεβίλ εκλείδωνε τον χάρτην και την οποίαν έφερε πάντοτε μετ’ αυτού και επί δύο κηρίων, τυπώση αυτήν κατά μήκος και πλάτος. Εγένετο τούτο και η υπηρέτρια μας έστειλε τους τύπους, εφ’ ων το σχήμα της κλειδός ενετυπώθη απαραλλάκτως. Με διέταξεν ίνα κράξω τον σιδηρουργόν του και τω παραγγείλω ίνα κατασκευάση μίαν κλείδα κατά τον τύπον των κηρίων. Ο σιδηρουργός προς ον είπον την θέλησίν του, ωσεί υποψιασθείς κατ’ εμού, ηθέλησεν ίνα λάβη και την συνένεσιν του Αλή, αφ’ ου δε την έλαβε κατεσκεύασε κλείδίον κατά τους δοθέντας τύπους.Αφού παρελάβομεν το κλειδίον, επεριμένομεν κατάλληλον περίστασιν και μιαν ημέραν, εν ω ο Πουκεβίλ είχεν υπάγει εις τινα εξοχήν των Ιωαννίνων, εξεκλειδώθη το ερμάριον και ελάβομεν τον μυστηριώδη πίνακα, τον οποίον αμέσως αντεγράψαμεν πιστώς και τον επιστρέψαμεν. Αφού η κλεις μας εδόθη, τα μυστηριώδη γράμματα ανεγνώσθησαν. Εν αυτοίς ανεγνώσαμεν τας τρομεράς εκθέσεις του προξένου προς την κυβέρνησίν του δια τον Αλήν, τον οποίον με τα μελανώτερα χρώματα εζωγράφιζε και συνεβούλευε περί των τρόπων δι’ ων να ραδιουργηθή παρά τη Πύλη και κηρυχθή Φιρμανλής, ν’ απαλλαχθώσι τοιούτου επίφοβου προσκόμματος.
Ο Αλής μετά μανίας ήκουσε την ανάγνωσιν των κατηγορητηρίων εκείνων, αναγνωσθέντων επί παρουσία και του προξένου της Αγγλίας Φόρεστ. Εξηκολουθούμεν δε συλλαμβάνοντες και αναγιγνώσκοντες πάντα τα έγγραφά του μέχρις ου ο Πουκεβίλ, πεσόντος του Ναπολέοντος, μετετέθη εις το Προξενείον των Πατρών και κατηργήθη το εν Ιωαννίνοις Προξενείον διορισθέντος του αδερφού του Προξένου εν Άρτη. Όταν ο Πουκεβίλ έλαβεν την μετάθεσίν του επαρουσιάσθη εις τον Αλήν ίνα τον αποχαιρετίση και συγχωρηθώσι δια τα διατρέξαντα. Ο Αλής τω είπε, «έμαθα όλα όσα κατ’ εμού έγραθες και σε επαινώ δια τον ζήλον σου. Μπράβο σου! Εδούλεψες πολύ καλά τον αφέντη σου με το παραπάνω». Ο Πουκεβίλ αναχωρών προσεκάλεσεν εις γεύμα τον Αλήν, όπερ ούτος εδέχθη. Σημειωτέον ότι τόσος φόβος τους κατέλαβεν, ώστε όταν εγώ επήγα εις την Άρταν, όπου πολλάκις δια την οικογένειαν μου επήγαινα, ως γνωστόν, επήγα και προς τον αδερφόν του, καταγινόμενον τότε ίνα γράφη δια του διπλωματικού πίνακος. Μόλις ούτος μακρόθεν με διέκρινε και μοι έλεγε: «στάσου στάσου, Κύριε Λιδωρίκη, να μαζεύσω τα χαρτία μου, γιατί σεις είστε διάβολοι (αμφότεροι οι αδελφοί ωμίλουν καλώς την ελληνικήν)».

Ο Αλή πασάς ήταν φιλοχρήματος και όλες οι δαπάνες του κράτους βάρυναν τους υπηκόους. Με αυτό εννοούμε οποιονδήποτε άλλον εκτός απ’ αυτόν. Η διακυβέρνησή του ήταν απόλυτα δεσποτική και προσωπική. Ήταν «μάστορας» να βρίσκει τρόπους, συνδυασμένους με απειλή ζωή, για να κλέβει τις περιουσίες των πλουσίων. Μια ενδεικτική περίπτωση. Όταν πέθανε ο πλούσιος έμπορος Αναστάσιος Αργύρη Βρεττός Ο Αλή Πασάς κάλεσε ένα παιδί του και τος εξέφρασε τη συγκίνησή του που ο πατέρας του δεν τον ξέχασε στη διαθήκη του. Ο γυιός του τόλμησε να του απαντήσει ότι η διαθήκη ανέφερε μόνο ένα δαχτυλίδι με διαμάντια. Ο Αλής του απάντησε ο γυιός που δεν τον πατέρα του δεν είναι άξιος να ζεί. Ο γθιός «έπιασε το υπονοούμενο» και συμφώνησε παρατηρώντας ότι μάλλον ο πατέρας του ξέχασε να το γράψει στη διαθήκη. Όπως βλεπουμε ο Αλής ήταν αδυσώπητα εκδικητικός και περιφρονούσε κάθε ηθική αρχή. Απ’ ότι φαίνεται από τα απομνημονεύματα του Λιδωρίκη οι αξιωματούχοι πληρώνονταν με το «κομματι» καθώς και με, μάλλον υποχρεωτικά, φιλοδωρήματα. Ο Γάλλος εξωμότης Ibrahim Manzour γράφει στο χρονικό του πως ο Αλής μεταχειριζόταν τους γραμματικούς του όπως και τον έσχατο ραγιά. Κάποτε ο Αλής διέταξε τον Ibrahim να χαστουκίσει ένα γραμματικό για να τον ικανοποιήσει επειδή είχε φιλονικήσει με άλλον γραμματέα.
.
«Ο Αλής δεν είχε τακτικόν στρατόν. Είχε την σωματοφυλακήν (τσοχανταραίους) και τους Γκέκηδες οίτινες ελάμβανον καθ’ εκάστην ένα αθλιέστατον άρτον και δέκα περίπου γρόσια, κατά μήνα ως μισθόν. Κατώκουν εις τα οικήματα των κατοίκων, οίτινες πολλά υπέφερον επί τόσα έτη. Συγχρόνως δε καθ’ εκάστην ήρχοντο εκ των επαρχιών διάφορα σώματα επιβαρύνοντα τους κατοίκους. Πας ο λοιπός στρατός ήτο άνευ μισθού, και μόνον οι μπέηδες ελάμβανον σιτηρέσιον (ταϊνι) διοριζόμενοι κατά καιρούς δερβεναγάδες, προς καταδίωξιν ιδίως της ληστείας ότε ελάμβανον και τι χρηματικόν ποσόν.
Διαρκώς έμενεν εις Ιωάννινα ο εκ Τεπελενίου Ζαϊχ Αμπαζής ευνοούμενος, ως διευθυντής της Αστυνομίας (Καπιμπουλούμπασης) διοικών 150 περίπου Αλβανούς, οίτηνες περιήχοντο εις τας οδούς, επιτηρούντες την τάξιν.Εν τη αυλή του υπήρχεν εν είδος Υπουργείου, αποτελουμένου υπό των γραμματέων Μάνθου εκ Ζαγορίου, Κολοβού εξ Ιωαννίνων, Κώστα Γραμματικού εκ Κονίτσης, οίτινες ειργάζοντο από πρωίας μέχρι εσπέρας εις εν δωμάτιον εντός του σεραγίου του αμισθί ή τρώγοντες εξ ιδίων και κατοικούντες έξω. Ούτοι οσάκις επαρουσιάζοντο οι πολλοί ενδιαφερόμενοι ελάμβανον αναλόγως χρηματικάς τινάς ποσότητας, ως επί το πλείστον μικράς προς εξομάλυνσιν των υποθέσεών των.Εκ των Ελλήνων μόνον εγώ κατώκουν και έτρωγον εντός του σεραγίου, άνευ μισθού όμως. Ήμουν ο εμπιστευμένος σύμβουλός του, έχων και την μεγάλην σφραγίδα του, την οποίαν εκράτη Αλβανός τις Μπαϊράμης ευνοούμενος και μόνον εγώ ηδυνάμην να σφραγίζω. Ο Αλής είχε παραχωρήσει ίνα λαμβάνω επί εκάστου σφραγίσματος ποσόν τι (δύο ή τρία Βενέτικα) από τους ενδιαφερόμενους και άτινα διεμοίραζον μετά του Μπαϊράμη. Εις έκτακτους δε περιστάσεις, οίον καταγραφάς, επιθεωρήσεις λογαριασμών, ελάμβανον από τους ενδιαφερομένους ως φιλοδώρημα (μπαχτσίσι) χρηματικάς ποσότητας.Η Αστυνομία επετήρει και τους ερχομένους και τω ανέφερε τα διατρέχοντα. Ηρέσκετο εις την κατασκοπείαν και πολύ ηυνόει τους μετερχομένους το επονείδιστον τούτο επάγγελμα.Πάντες οι εν Ιωαννίνοις εν τη υπηρεσία του Αλή εφόρουν φουστανέλλας και πιστόλας εις την ζώνην, οι δε κάτοικοι αντεριά και άλλα φορέματα”.

Στο απόσπασμα αυτό βλέπουμε πως ο Αλή Πασάς δοκίμασε τον Λιδωρίκη. Ο Αλή Πασάς είχε γρήγορη σκέψη, οξυδέρκεια και πανουργία. Παρόλο που ήταν αγράμματος ήταν πιθανότατα και έξυπνος και πονηρός. Δείχνει ακόμα ότι και ο Λιδωρίκης ήταν έξυπνος και διαρκώς υποψιασμένος για να επιβιώσει για χρόνια σε περιβάλλον οπου το να χάσεις τη ζωή σου ήταν θέμα μιας στιγμής. Ακόμα, κανείς δεν μπορούσε να φύγει γιατί ο Αλής δεν επέτρεπε σε όλη την οικογένεια κάποιου σημαντικού να μεταναστεύσει ολόκληρη. Μέρος της έπρεπε να μείνει στα Γιάννενα. Η μεταχείριση του ηγουμένου δείχνει το αδυσώπητο εκδικητικό πρόσωπο του χαρακτήρα του που αναφέραμε παραπάνω.

Ο Αθανάσιος Ψαλίδας ήταν λόγιος και διδάσκαλος του γένους. Ιδρυτής και διευθυντής της Καπλάνειας Σχολής. Ήταν ευνοούμενος του Αλή, ήταν πατριώτης αλλά απροσανατόλιστος. Μάλλον συντηρητικών απόψεων. Όταν ήταν νέος στη Βιέννη είχε καταδώσει στην αστυνομία ένα γείτονά του γιατί προπαγάνδιζε φιλελεύθερες ιδέες. Παρόλα αυτά πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι έπρεπε να επιβιώσει σε ένα περιβάλλον όπως ήταν η αυλή του Αλή Πασά. Από την άλλη μεριά ζούσε πλουσιοπάροχα γιατί ο Αλής τον είχε ορίσει αιρετοκρίτη δηλαδή ένα ειδος δικαστή για τους Έλληνες. Ο γραμματεύς Μάνθος που αναφέρει ο Λιδωρίκης ήταν ο Μάνθος Οικονόμου, Ζαγορίσιος. Ο κυριότερος πολιτικός σύμβουλος του Αλή. Ήταν, σύμφωνα με μαρτυρίες, φιλόπατρις, εχθρός της τυραννίας, επιδέξιος ραδιούργος και αξιώτατος διπλωμάτης.

Ioannina Castle

Κάστρο των Ιωαννίνων με το σεράι του Αλή Πασά. Castle of Ioannina with Ali Pasha’s seraglio.

«Μια των ημερών με προσκάλεσε κατά την συνήθειαν ίνα επιθεωρήσω τας της ημέρας αναφοράς κλπ. Τας οποίας οι αναφερόμενοι προσωπικώς έθεταν επί του κοιλώματος του σοφά, εφ’ ου εκάθητο ο Βεζίρης. Εν’ ω εγώ τω εξήγουν τα διάφορα των αναφερομένων θέματα, ο Αλής περιδιάβαζεν εντός του δωματίου, από καιρού εις καιρόν παρατηρών αφελώς επί του παραθύρου. Εκ των αναφορών, αφού εμάνθανε το περιεχόμενον, τας μεν έσκιζα ως περιττάς, τας δε έθετα κατά μέρος προς ενέργειαν. Εν ω παρετήρουν τας αναφοράς, εύρον και χειρόγραφον τι, ως φαίνεται το πρωτότυπον, διότι περιείχε προσθαφαιρέσεις και σβέσματα, όπερ προσεκτικώς παρετήρουν. Ήτο προσφώνησις ηγουμένου τινός εν Ζαγόρι μοναστηρίου της Αρτσίτσας προς τον αυτοκράτορα της Ρωσίας Αλέξανδρον και κατά των Τούρκων. Ενώ εγώ το επιθεώρουν, ο Αλής ερειδόμενος επί του πλαισίου του παραθύρου και παρατηρών έξω με ηρώτησε, χωρίς να στρέψη διατί δεν ανεγίγνωσκον. Τω απεκρίθην ότι επιθεωρώ εν χειρόγραφον. Τι είναι; Εν εγκώμιον. Τι θα ειπή εγκώμιον; Έπαινος υπέρ του Αλεξάνδρου. Δια το παλαιό Σκεντέρη; Εγώ παρευθύς ηννόησα ότι ο Αλής είχεν γνώσιν αυτού και προσεπάθει πλαγίως να με δελεάση. Όχι τω απεκρίθην, όταν υπήρχεν ο Σκεντέρης της Μακεδονίας, μήτε Τούρκοι, μήτε Χριστιανοί υπήρχον. Εδώ αναφέρει και Τούρκους. Είναι ένας έπαινος δια τον ιμπεράτορα της Μοσκοβίας. Ο Αλής έστρεψε και μου είπε «τι λέγει;». Ένας ηγούμενος επαινεί τον Αλέξανδρον και κατηγορεί τους Τούρκους. Ο Αλής με παρετήρησε καλώς. «Πολλά καλά, μ’ είπε, άφησέ το, ηθέλησα να σε δοκιμάσω αν θα μου το κρύψης». « Γιατί να σου το κρύψω» «ε, ως χριστιανός και σύ», και εξαγαγών εκ του θυλακίου αντίγραφον καλλιγραφημένον μοι είπε να τω αναγνώσω.Εν’ ω ανεγίγνωσκον ο γραμματεύς Μάνθος ήλθε και ηρώτησε τις ήτο μέσα. Μαθών δε ότι ήμην εγώ μετά του Αλή απεσύρθη, μετ’ ολίγον επανελθών παρετήρησε δια του μπερντέ και ιδών ότι ομιλούσαμεν ηθέλησε να αποσυρθή. Ο Αλής τον είδε και τον προσεκάλεσε να εισέλθη και ακούση το αναγιγνωσκόμενον. Ο Αλής είπε εις τον Μάνθον « Μου είπατε δια τον Ψαλλίδαν ότι ήτο εις την Ρωσίαν και έγραψε κατά των Τούρκων, αμ’ αυτός τώρα μέσα στο σπίτι μου να γράψη κατά των Τούρκων. Τι του πρέπει!». Ο Μάνθος απεκρίθη . « Κακώς έπραξεν». Ο Αλής τω είπεν. « Εγώ δεν αποφασίζω τίποτε περί αυτού, πριν ακούσω την γνώμην του Μητροπολίτου και των προεστώτων. Με διέταξεν ευθύς ίνα πορευθώ και ζητήσω τον Μητροπολίτην και τους προεστούς. Μετ’ ου πολύ ήλθεν ο Μητροπολίτης Γαβριήλ πρώτος τεταραγμένος δια την πρόσκλησιν και οι προεστοί προς ους διηγήθην τα διατρέχοντα. Ο Αλής αποτεινόμενος οργίλως προς τον Μητροπολίτην τω είπε: « Σε έκαμα τον μεγαλύτερον αυθέντην του κράτους μου δια να επιβλέπεις προσεκτικώς το μέρος όπου σου ανέθεσα». Επειδή δε ο Μητροπολίτης απεκρίθη ότι δεν ηδύνατο να μαντεύση τι έγραφεν ο ηγούμενος εις το κελλίον του ο Αλής μετά του αυτού τόνου «και τι σ’ έχω; Έπρεπε να ξεύρης». Εν τέλει δε αποτεινόμενος τοις είπε να γνωμοδοτήσωσι περί της τιμωρίας. Ο Μητροπολίτης και οι προεστώτες εζήτησαν ίνα αποσυρθώσιν εις την μητρόπολιν και εκεί σκεφθώσιν. Αφού επανήλθον τω είπον την απόφασίν των και οι μεν άρχοντες εκήρυξαν τον ηγούμενον ως τρελόν άξιον τιμωρίας, ο δε Μητροπολίτης απέσχε λέγων « επειδή χρέος έχω ως ποιμήν να επιβλέπω και διορθώ το ποίμνιόν μου, το επάγγελμά μου δε μου συγχωρεί να καταδικάσω». Ο Αλής, όστις εδείχθη οργίλος κατά του Γαβριήλ, έδειξεν έπειτα μεγίστην πραότητα και κολακείαν. Μετ’ ου πολύ ο ηγούμενος συλληφθείς εφυλακίσθη εις την πλησίον του λουτρού ειρκτήν, όπου υπέστη καθ’ όλην την νύκτα τρομερά βασανιστήρια. Εκείθεν δε την επιούσαν παρεδόθη εις τους δημίους, οίτινες τον εθανάτωσαν».

Βιβλιογραφία

1. Λιδωρίκης Αθανάσιος, «Απομνημονεύματα». Ηπειρωτική Εστία, τ. Δ’,1935.
2. Σιμόπουλος Κυριάκος, «Ξένοι Ταξιδιώτες στην Ελλάδα», Αθήνα 1985.
3. Τσιγκάκου Φανή Μαρία, «Ανακαλύπτοντας την Ελλάδα, Ζωγράφοι και
Περιηγητές του 19ου Αιώνα», Εκδοτική Αθηνών, 1981.
4. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΒ’, Εκδοτική Αθηνών, 1975.

……………………………………………………………………

Η ΜΑΧΗ ΤΩΝ ΒΑΣΙΛΙΚΩΝ

Το 1836 ο Μακρυγιάννης σκέφτηκε να απεικονίσει σε εικόνες τις μεγάλες στιγμές του αγώνα. Για το σκοπό αυτό κάλεσε το λαϊκό ζωγράφο Παναγιώτη Ζωγράφο και τους δύο γιους του και τους ανέθεσε την εικονογράφηση. Από το 1936 ως το 1839 περιέρχονταν τα πεδία των μαχών. Ο Π. Ζωγράφος έβαλε τη τέχνη του και ο Μακρυγιάννης τη γνώση του και τις δαπάνες. Ζωγραφίστηκαν συνολικά 25 πίνακες σε ξύλο. Μετά οι 24 από αυτούς ζωγραφίστηκαν ξανά  από το γιο του Π. Ζωγράφου Δημήτριο με νεροχρώματα σε στρατσόχαρτο. Έγιναν 4 σειρές που ο Μακρυγιάννης  δώρησε από μια στον βασιλιά Όθωνα και στους τρεις πρέσβεις της Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας. Η 25η εικόνα παραλείφθηκε γιατί έθιγε τον αρμοστή Άρμανσμπεργκ.

Για την καλύτερη κατανόηση των πινάκων σημειώνονται τα εξής: Πρώτον,  ο Παναγιώτης Ζωγράφος πρέπει να είχε εργαστεί και ως αγιογράφος. Στη ζωγραφική των πινάκων ακολουθεί μικρογραφική τεχνική που δείχνει να είναι μείγμα αγιογραφικής τεχνικής και της περσικής μινιατούρας. Δεύτερον, ζωγραφίζει ακολουθώντας τη “προοπτική του πουλιού” σαν να βλέπει τα γεγονότα από ψηλά. Τρίτον, ακολουθεί μια ακόμη τεχνική της αγιογραφίας. Παρουσιάζει ταυτόχρονα διαφορετικές στιγμές στον ίδιο πίνακα.

Η μάχη των Βασιλικών έγινε στις 26 Αυγούστου 1821. Οι Τούρκοι για να λύσουν τη πολιορκία της Τριπολιτσάς μάζεψαν 4000 στρατό στον Κάτω Δομοκό με σκοπό να περάσει στη Ναύπακτο και από εκεί  στη Πελοπόννησο. Μια άλλη στρατιά από  8000 στρατό συγκεντρώθηκε στη Λαμία με σκοπό να περάσει στη Μεγαρίδα και μετά στη Πελοπόννησο. Για τη στρατιά αυτή των 8000 υπήρχαν δύο διαβάσεις της Φοντάνας και των Βασιλικών. Ο γερο-Γιάννης Δυοβουνιώτης πρόβλεψε, σωστά, ότι οι Τούρκοι θα χρησιμοποιούσαν τη διάβαση των Βασιλικών. Γενικός αρχηγός στη μάχη αναδείχτηκε ο Ιωάννης Γκούρας. Η μάχη αυτή έχει μεγάλη σχέση με τη περιοχή της Δωρίδας και κατά συνέπεια με το χωριό μας. Σχεδόν όλοι οι Δωριείς αγωνιστές πολέμησαν στη μάχη αυτή στο κέντρο και είχαν πρωταγωνιστικό ρόλο. Η μάχη έγινε με τη τακτική της ενέδρας. Ο Γκούρας ήταν στην άμυνα του δεξιού της Ελληνικής παράταξης και υποχώρησε συντεταγμένα. Οι διάφορες φάσεις της  διαδικασίας αυτής φαίνεται στο δεξιό μέρος της ζωγραφιάς. Οι Δωριείς ήταν δεξιά και αριστερά στο κέντρο. Αριστερά (μάλλον είναι έξω από το πλάνο) υπό τον Κωνσταντίνο Καλύβα. Δεξιά στο κέντρο υπό τον Κωνσταντίνο Μπίτη. Στο κάτω μέρος φαίνεται το πλευροκόπημα της Τουρκικής οπισθοφυλακής από τον γέρο-Δυοβουνιώτη. Επάνω αριστερά φαίνεται η τελειωτική φάση όπου κυκλώθηκε ο Τουρκικός στρατός στην Ανίβιτσα. Αυτή ήταν η μόνη οδός παράκαμψης των Βασιλικών. Εδώ πολέμησαν ο Γκούρας και ο Ρούκης. Στη μάχη αυτή διαλύθηκε η Τουρκική στρατιά και δεν πέρασε στη Πελοπόννησο. Η Τριπολιτσά έπεσε στις 23 Σεπτεμβρίου 1821.

Θα παρουσιάζουμε από καιρό σε καιρό μια μια τις “ζωγραφιές του Μακρυγιάννη” ώστε να γνωρίσουμε καλλίτερα ορισμένα γεγονότα της Επανάστασης αλλά και το Μακρυγιάννη.

Untitled-1

Η μάχη των Βασιλικών κατά Μακρυγιάννη δια χειρός Π. Ζωγράφου. Battle of Vasilika painted by P. Zografos under Makriyianis’s iniative and directions.